BIM στις ελληνικές κατασκευές - Ψηφιακός σχεδιασμός έργων υποδομής

Share

Γράφει ο ∗ Στέλιος Ζερεφός: Αρχιτέκτονας Μηχανικός, Καθηγητής Σχολής Εφαρμοσμένων Τεχνών και Βιώσιμου Σχεδιασμού ΕΑΠ

Η ψηφιοποίηση κατασκευών με τη χρήση της τεχνολογίας ΒΙΜ σηματοδοτεί την αρχή μιας νέας εποχής με έξυπνες και βιώσιμες υποδομές. Ωστόσο η ενσωμάτωση των ευρωπαϊκών οδηγιών από την ελληνική κατασκευαστική αγορά επιβάλλει την εκπαίδευση στελεχών ως προς το τεχνικό, ψηφιακό και γνωστικό επίπεδο που απαιτείται για τη χρήση των ανάλογων τεχνολογικών εργαλείων

Οι προκλήσεις και το στοίχημα της επανεκπαίδευσης

 

Η μετάβαση της ελληνικής κατασκευαστικής βιομηχανίας στη νέα ψηφιακή εποχή δεν συνιστά απλώς μια τεχνολογική αναβάθμιση, αλλά μια ριζική αναθεώρηση του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε, σχεδιάζουμε, υλοποιούμε και διαχειριζόμαστε τα τεχνικά έργα. Το Building Information Modeling (BIM) βρίσκεται στον πυρήνα αυτής της αλλαγής, αποτελώντας ένα πολυδιάστατο εργαλείο που υπερβαίνει κατά πολύ την απλή τρισδιάστατη σχεδίαση. Είναι, ουσιαστικά, μια συνεργατική μεθοδολογία που εισάγει την έννοια της διαχείρισης πληροφοριών σε όλο τον κύκλο ζωής μιας κατασκευής.

Τα οφέλη από την εφαρμογή της μεθοδολογίας BIM είναι άμεσα μετρήσιμα και μεταμορφώνουν πλήρως την παραδοσιακή εργοταξιακή πρακτική, η οποία συχνά μαστίζεται από καθυστερήσεις και υπερβάσεις προϋπολογισμών. Μία από τις πλέον κρίσιμες λειτουργίες που προσφέρει το BIM είναι ο αυτόματος έλεγχος συγκρούσεων, γνωστός στον τεχνικό κόσμο και ως clash detection. Αυτή η τεχνολογία δίνει τη δυνατότητα στους μελετητές και τους κατασκευαστές να εντοπίζουν και να επιλύουν χωρικά και σχεδιαστικά προβλήματα απευθείας στην οθόνη του υπολογιστή τους, πριν ξεκινήσει η φυσική κατασκευή. 

Η δυνατότητα αυτή αποτρέπει τα δαπανηρά λάθη, τις απρόβλεπτες καθυστερήσεις και τις ακυρώσεις εργασιών κατά τη φάση της υλοποίησης στο εργοτάξιο, εξασφαλίζοντας τεράστια εξοικονόμηση πόρων. Παράλληλα, η ενσωμάτωση του χρονοδιαγράμματος και της κοστολόγησης, δημιουργεί ένα απόλυτα διαφανές και πλήρως ελεγχόμενο περιβάλλον όσον αφορά τον προϋπολογισμό του έργου.

Το έργο παύει να είναι μια στατική εκτίμηση και μετατρέπεται σε ένα ζωντανό ψηφιακό οικοσύστημα όπου κάθε σχεδιαστική αλλαγή ενημερώνει αυτόματα το τελικό κόστος και τον χρόνο παράδοσης. Επιπρόσθετα, η αξία του BIM επεκτείνεται πολύ πέρα από την ολοκλήρωση της κατασκευής, καθώς τα τελικά ψηφιακά “as-built” μοντέλα παραδίδονται στον πελάτη. Αυτά τα ψηφιακά δίδυμα χρησιμοποιούνται στη συνέχεια για την διαχείριση και συντήρηση του κτιρίου καθ’ όλο τον κύκλο ζωής του, μειώνοντας τα λειτουργικά του έξοδα.

Πέρα από την καθαρά οικονομική απόδοση, η ελληνική κατασκευαστική αγορά καλείται να ανταποκριθεί στις ολοένα και πιο αυστηρές απαιτήσεις της κλιματικής αλλαγής και της ευρωπαϊκής περιβαλλοντικής νομοθεσίας. Η πράσινη μετάβαση δεν είναι πλέον μια εναλλακτική επιλογή, αλλά μονόδρομος, ειδικά εάν αναλογιστούμε ότι ο κτιριακός τομέας ευθύνεται παγκοσμίως για το 40% των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Σε αυτό το πλαίσιο, η εφαρμογή του αποκαλούμενου “Green BIM” αποτελεί το μεγαλύτερο και ίσως το πιο κρίσιμο στοίχημα για την αγορά. Μέσα από το προηγμένο ψηφιακό μοντέλο, παρέχεται η δυνατότητα προσομοίωσης της ενεργειακής απόδοσης ενός κτιρίου από τα πολύ αρχικά στάδια σχεδιασμού του.  Όλα τα πολύπλοκα τεχνικά δεδομένα που απαιτούνται για την απόκτηση πράσινων πιστοποιήσεων, όπως είναι το LEED και το BREEAM, μπορούν πλέον να αντλούνται εύκολα μέσα από τα ψηφιακά στοιχεία του μοντέλου. Αυτή η τεχνολογική ενσωμάτωση καταργεί στην πράξη την χρονοβόρα γραφειοκρατία που παραδοσιακά συνόδευε την πιστοποίηση της βιωσιμότητας των κτιριακών υποδομών.

Η κρατική ανταπόκριση σε αυτήν την πρόκληση ήρθε πρόσφατα, όταν το Υπουργείο Υποδομών ενέκρινε επίσημα την Εθνική Στρατηγική BIM, έχοντας μάλιστα τη σημαντική και καθοδηγητική συνδρομή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, όπως ρητά ορίζεται στη σχετική Υπουργική Απόφαση 125919/2024. Ο εθνικός οδικός χάρτης που έχει εκπονηθεί είναι απολύτως σαφής και δεσμευτικός ως προς τα επόμενα βήματα. Αρχικά, προβλέπεται η σταδιακή, αλλά σταθερή, εισαγωγή προτύπων και η εναρμόνιση της εγχώριας αγοράς με την αυστηρή σειρά διεθνών προτύπων κατά το ISO 19650, το οποίο ρυθμίζει σχολαστικά την οργάνωση και την ψηφιοποίηση των πληροφοριών στα δομικά έργα, καλύπτοντας κάθε φάση, από τη σύλληψη έως τη λειτουργία. Παράλληλα, προωθείται η απαραίτητη τυποποίηση των διαδικασιών, με τη δημιουργία τυπικών τευχών και συγκεκριμένων υποδειγμάτων για το Σχέδιο Εκτέλεσης BIM (BIM Execution Plan – BEP), το οποίο αποτελεί τον κεντρικό πυρήνα οργάνωσης κάθε έργου. 

Στο τεχνολογικό και λειτουργικό σκέλος, δρομολογείται η ανάπτυξη μιας κεντρικής Εθνικής Πλατφόρμας BIM, η οποία θα διευκολύνει τις διαδικασίες επικοινωνίας και καταγραφής. Το πιο κρίσιμο, όμως, σημείο αυτού του οδικού χάρτη, το οποίο προδιαγράφει το μέλλον του κλάδου, είναι το τελικό του στάδιο, το οποίο περιλαμβάνει τη διενέργεια πιλοτικών δημοσίων έργων με αποκλειστική χρήση BIM, με ξεκάθαρο και δεδηλωμένο στόχο να περάσουμε στην υποχρεωτικότητα της μεθοδολογίας.

Απαραίτητη η προσαρμογή και κατάρτιση του ανθρώπινου δυναμικού στον κατασκευαστικό κλάδο

 

Η μετάβαση σε αυτή τη νέα, αυστηρά ψηφιακή πραγματικότητα δεν είναι απρόσκοπτη, καθώς αναδύονται σημαντικές προκλήσεις και κίνδυνοι. Ο μεγαλύτερος ίσως κίνδυνος αφορά τον αποκλεισμό των μικρομεσαίων επιχειρήσεων (ΜμΕ) που αποτελούν διαχρονικά τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής κατασκευαστικής παραγωγής. Αυτός ο κίνδυνος αποκλεισμού πηγάζει άμεσα από το ιδιαίτερα υψηλό οικονομικό κόστος που συνεπάγεται η τεχνολογική μετάβαση. Απαιτούνται σημαντικά κεφάλαια για την αγορά και την ετήσια συντήρηση αδειών εξειδικευμένου λογισμικού, για την αναβάθμιση του τεχνολογικού εξοπλισμού αλλά, πρωτίστως, για την απαραίτητη εκπαίδευση του προσωπικού στις νέες διαδικασίες. 

Εκτός από τα προφανή οικονομικά εμπόδια, ανακύπτει και ένα εξαιρετικά ασαφές νομικό πλαίσιο. Η ελληνική αγορά εισέρχεται ουσιαστικά σε «αχαρτογράφητα νερά», καθώς προκύπτουν περίπλοκα νομικά ζητήματα σχετικά με το ποιος φέρει την τελική νομική ευθύνη για τυχόν λάθη ή σχεδιαστικές παραλείψεις, καθώς και σε ποιον ακριβώς ανήκουν τα πνευματικά δικαιώματα μέσα σε ένα κοινό, συνεργατικό ψηφιακό μοντέλο όπου συνεισφέρουν ταυτόχρονα πολλαπλές ειδικότητες μηχανικών. 

Το τοπίο περιπλέκεται ακόμη περισσότερο από την υφιστάμενη ανεπάρκεια των ίδιων των δημόσιων φορέων ελέγχου. Οι αναθέτουσες αρχές και οι διάφορες τεχνικές υπηρεσίες του Δημοσίου δεν διαθέτουν, επί του παρόντος, την κατάλληλη κατάρτιση, τον εξοπλισμό, τα λογισμικά  και την εξειδικευμένη τεχνογνωσία για να μπορέσουν να παραλάβουν, να κατανοήσουν και, κυρίως, να ελέγξουν σωστά τα σύνθετα ψηφιακά αρχεία που παράγει η μεθοδολογία BIM.

Μέσα σε αυτό το άκρως ρευστό περιβάλλον, οι συλλογικοί φορείς των εργοληπτών και των μελετητών, που παραδοσιακά αναλαμβάνουν το βάρος της υλοποίησης των εθνικών υποδομών, βρίσκονται μπροστά σε ένα σταυροδρόμι. Η επερχόμενη πλήρης ενσωμάτωση της μεθοδολογίας BIM στα δημόσια έργα σημαίνει απλούστατα πως όποια τεχνική εταιρεία ή επαγγελματίας δεν προσαρμοστεί, απλώς δεν θα έχει δικαίωμα συμμετοχής στους διαγωνισμούς του αύριο.

Για να αποφευχθεί ο καταστροφικός αποκλεισμός των μελών τους από την παραγωγική διαδικασία της χώρας, η μόνη ουσιαστική και μακροπρόθεσμη θωράκιση είναι η άμεση, συστηματική και εις βάθος εκπαίδευση όλου του ανθρώπινου δυναμικού. Η κατανόηση της μεθοδολογίας δεν μπορεί πλέον να παραμένει επιφανειακή ή να αφορά μόνο ένα τμήμα της εταιρείας, αλλά πρέπει να διαπεράσει ολόκληρη την οργανωτική δομή κάθε τεχνικής επιχείρησης, ανεξαρτήτως του μεγέθους ή του τζίρου της. Δεν πρόκειται απλώς για την πρακτική εκμάθηση ενός νέου σχεδιαστικού λογισμικού, αλλά για την πλήρη και ριζική αλλαγή κουλτούρας στον τρόπο με τον οποίο διαχειριζόμαστε και διαμοιραζόμαστε την πληροφορία ενός τεχνικού έργου.

Η επιτακτική αυτή ανάγκη καθιστά την ουσιαστική επανεκπαίδευση (reskilling) των έμπειρων, παλαιότερων μηχανικών εξίσου σημαντική, αν όχι σημαντικότερη, με την αρχική κατάρτιση των νέων μηχανικών που μόλις τώρα εισέρχονται στον επαγγελματικό στίβο. Ο παλιός μηχανικός φέρει την εμπειρία του εργοταξίου, μια γνώση η οποία είναι απολύτως αναντικατάστατη από οποιοδήποτε λογισμικό. Ωστόσο, αυτή η γνώση πρέπει πλέον να κωδικοποιηθεί στα νέα ψηφιακά δεδομένα της εποχής όπως η εξοικείωση με την κωδικοποίηση και τη λειτουργία του Κοινού Ψηφιακού Περιβάλλοντος (Common Digital Environment – CDE), τις απαιτήσεις πληροφοριών του εργοδότη (Employer’s Information Requirements – EIR) και πώς ακριβώς αυτές οι απαιτήσεις διαμορφώνουν το τελικό Σχέδιο Εκτέλεσης BIM (BEP). Αντίστοιχα, ο νέος μηχανικός, παρότι ενδεχομένως πιο εξοικειωμένος με τη φύση των ψηφιακών εργαλείων, χρειάζεται καθοδήγηση από έμπειρους εκπαιδευτές για να αντιληφθεί την πολυπλοκότητα της κατασκευής και την ανάγκη χωρικού συντονισμού των μελετών. 

Η νέα πραγματικότητα, οι προκλήσεις και το στοίχημα της επανεκπαίδευσης

Σε αυτό το κρίσιμο σημείο για τον κατασκευαστικό κλάδο, η επιλογή ενός κατάλληλου προγράμματος κατάρτισης αποτελεί ίσως την πιο στρατηγική επένδυση για κάθε μεμονωμένο επαγγελματία και κάθε κατασκευαστική εταιρεία που επιθυμεί να διασφαλίσει τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητά της. Η αγορά εργασίας έχει επείγουσα ανάγκη από προγράμματα κατάρτισης, τα οποία δεν περιορίζονται σε αμιγώς θεωρητικές αναλύσεις, αλλά προσφέρουν πρακτική, εφαρμόσιμη γνώση, αυστηρά στηριγμένη στα διεθνή πρότυπα ISO 19650. 

Για παράδειγμα το εξειδικευμένο εκπαιδευτικό πρόγραμμα με τίτλο «Σχεδιάζοντας έργα με ΒΙΜ: Αρχές και πρακτική κτιριακών έργων», το οποίο προσφέρεται και υλοποιείται από το Κέντρο Επιμόρφωσης & Δια Βίου Μάθησης (ΚΕΔΙΒΙΜ) του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου (ΕΑΠ), ενσαρκώνει πλήρως αυτές τις αυστηρές προδιαγραφές ποιότητας, αποτελώντας ένα στρατηγικό εργαλείο αναβάθμισης για κάθε μελετητή και εργολήπτη δημοσίων ή ιδιωτικών έργων. 

Το εν λόγω πανεπιστημιακό πρόγραμμα προσφέρει 200 ώρες συνολικής εκπαίδευσης, οι οποίες είναι κατανεμημένες σε χρονικό διάστημα 10 εβδομάδων. Αξιοποιώντας το σύγχρονο εκπαιδευτικό μοντέλο της μεικτής μάθησης (blended learning), συνδυάζει 33 διδακτικές ώρες ζωντανής, σύγχρονης τηλεκπαίδευσης (μέσα από 10 στοχευμένες συνεδρίες) με 167 ώρες ασύγχρονης διδασκαλίας για την εις βάθος μελέτη του υλικού, την επίλυση αποριών και την εκπόνηση πρακτικών εργασιών αυτοαξιολόγησης. Αυτή η ευέλικτη δομή το καθιστά ιδανικό για τον πολυάσχολο και απαιτητικό επαγγελματία μηχανικό, αφού διεξάγεται πλήρως online και εξ αποστάσεως, χωρίς γεωγραφικούς περιορισμούς. Καταγράφοντας ήδη τέσσερις επιτυχημένους κύκλους επιμόρφωσης και έχοντας εκπαιδεύσει 74 επαγγελματίες του κλάδου, το πρόγραμμα του ΚΕΔΙΒΙΜ του ΕΑΠ ολοκληρώνεται με την απονομή ενός επίσημου και αναγνωρισμένου πιστοποιητικού επιμόρφωσης.

Η συμμετοχή σε άρτια δομημένα και ολοκληρωμένα προγράμματα κατάρτισης δεν είναι πλέον απλώς μια φιλόδοξη επιλογή επαγγελματικής βελτίωσης, αλλά ο μοναδικός, ρεαλιστικός και ασφαλής δρόμος για κάθε επαγγελματία και εταιρεία του κατασκευαστικού κλάδου προκειμένου να διασφαλίσει κυρίαρχη θέση στο έντονα ανταγωνιστικό και πλήρως ψηφιοποιημένο μέλλον των έργων υποδομής της χώρας. Εν κατακλείδι, η μετάβαση δεν θα είναι πια θέμα επιλογής, αλλά επιβίωσης, και η συστηματική, πανεπιστημιακού επιπέδου εκπαίδευση αποτελεί το μοναδικό εισιτήριο για αυτή τη νέα κατασκευαστική εποχή.

πηγή: Εργοληπτικόν Βήμα Νο_147 της ΠΕΣΕΔΕ Το επιστημονικό σημείο αναφοράς του εργοληπτικού κόσμου

Αυτά και άλλα πολλά άκρως ενδιαφέροντα στο περιοδικό της ΠΕΣΕΔΕ που κυκλοφορεί – ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ! Καλή ανάγνωση!

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ