Ικριώματα εργασίας σε γέφυρα κατά τη συντήρηση τεχνικού έργου

Share

∗ Γράφει ο Διονύσης Θεοδωρόπουλος: Τεχνικός Σύμβουλος Σ.ΕΠ.Ι.Ε. – Εκπαιδευτικός Πολιτικός Μηχανικός

Τα ικριώματα αποτελούν χρήσιμα εργαλεία στον κλάδο των κατασκευών, προσφέροντας τη μέγιστη δυνατή ασφάλεια στο τεχνικό προσωπικό. Τι συμβαίνει όμως όταν η προχειρότητα ή η πίεση χρόνου προσπερνά τους κανόνες ασφάλειας;

 

Τα ικριώματα αποτελούν αναπόσπαστο μέρος πλήθους οικοδομικών, τεχνικών και βιομηχανικών εργασιών. Παράλληλα όμως αποτελούν και έναν από τους τομείς όπου ένα τεχνικό σφάλμα, μια πρόχειρη απόφαση ή μια λανθασμένη λογική εξοικονόμησης κόστους, μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρό ατύχημα ή δυστύχημα. Γι’ αυτό και η συζήτηση για την ασφάλεια στα ικριώματα δεν μπορεί να εξαντλείται στη θεωρητική γνώση της νομοθεσίας. Πρέπει να μεταφέρεται στο εργοτάξιο, στο συνεργείο, στον τρόπο που επιλέγεται το σύστημα, στον τρόπο που στήνεται, χρησιμοποιείται, ελέγχεται και τελικά αποσυναρμολογείται.

Η εμπειρία του κλάδου, όπως αυτή αποτυπώνεται διαχρονικά και μέσα από τις παρεμβάσεις του Σ.ΕΠ.Ι.Ε., δείχνει ότι τα περισσότερα προβλήματα δεν οφείλονται σε έναν μόνο παράγοντα. Συνήθως προκύπτουν από μια αλληλουχία λαθών: επιλογή ακατάλληλου ή μη πιστοποιημένου προϊόντος, ελλιπής επίβλεψη, πίεση χρόνου, μη τήρηση των οδηγιών συναρμολόγησης, ανεπαρκής κατάρτιση του προσωπικού, παραλείψεις στις αγκυρώσεις, στις εδράσεις ή στην πλευρική προστασία. Με απλά λόγια, τα ατυχήματα στα ικριώματα σπάνια είναι «τυχαία». Συνήθως είναι προβλέψιμα και μπορούν να προληφθούν.

Ένα από τα πιο συχνά προβλήματα που συναντάμε στην πράξη είναι η χρήση συστημάτων των οποίων η ταυτότητα δεν είναι σαφής. Στην αγορά εξακολουθούν να κυκλοφορούν μη πιστοποιημένα, άτυπα ή αμφίβολης προέλευσης στοιχεία, αλλά και συστήματα στα οποία έχουν γίνει μίξεις εξαρτημάτων από διαφορετικούς κατασκευαστές ή διαφορετικούς τύπους ικριώματος. Το πρόβλημα εδώ δεν είναι μόνο τυπικό ή γραφειοκρατικό. Είναι απολύτως τεχνικό. Όταν αναμιγνύονται στοιχεία που δεν έχουν σχεδιαστεί να συνεργάζονται μεταξύ τους, κανείς δεν μπορεί να θεωρεί δεδομένη τη συμπεριφορά του φορέα, τη μεταφορά φορτίων, την επάρκεια των συνδέσεων ή τη συνολική ευστάθεια της κατασκευής.

Εξίσου συχνό είναι και το φαινόμενο του αυτοσχεδιασμού. Δηλαδή η προσπάθεια να δημιουργηθεί «λύση» στο πεδίο με υλικά ή διαμορφώσεις που δεν προβλέπονται από το πιστοποιημένο σύστημα και δεν καλύπτονται από οδηγίες συναρμολόγησης ή μελέτη. Αυτό μπορεί να αφορά πρόχειρες επεκτάσεις, ελλείψεις διαγωνίων, αφαίρεση στοιχείων για διευκόλυνση πρόσβασης, χρήση κοινών ξύλινων μαδεριών αντί κατάλληλων δαπέδων εργασίας, προβόλους χωρίς τεκμηρίωση ή ακόμη και ειδικές κατασκευές χωρίς στατική μελέτη. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο αυτοσχεδιασμός φτάνει μέχρι και στην απόπειρα χρήσης ικριωμάτων υποστύλωσης ή συγγενών συστημάτων ως ικριωμάτων εργασίας προσόψεως, χωρίς την αντίστοιχη τεχνική τεκμηρίωση. Σε αυτές τις περιπτώσεις, το ικρίωμα παύει ουσιαστικά να είναι ένα ελεγμένο τεχνικό σύστημα και μετατρέπεται σε μια αβέβαιη κατασκευή με απρόβλεπτη συμπεριφορά.

Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται και στο ποιος αναλαμβάνει τη συναρμολόγηση. Δυστυχώς, στην πράξη βλέπουμε ακόμη εταιρείες ή συνεργεία χωρίς ουσιαστική εξειδίκευση στα ικριώματα να επιχειρούν ανέγερση ή μετατροπές ικριωμάτων, επειδή «κάτι παρόμοιο έχουν ξανακάνει» ή επειδή χρησιμοποιούν άλλο συγγενές εξοπλισμό, όπως συστήματα υποστύλωσης ή καλουπώματα. Όμως το ικρίωμα εργασίας δεν είναι μια απλή μεταλλική κατασκευή που στήνεται εμπειρικά. Είναι τεχνικό σύστημα με συγκεκριμένες απαιτήσεις ως προς την έδραση, τη γεωμετρία, τις συνδέσεις, τα φορτία χρήσης, τις αγκυρώσεις, την πρόσβαση και την προστασία από πτώση.

Γιατί εξακολουθούν να συμβαίνουν ατυχήματα;

Η βασική απάντηση είναι ότι εξακολουθεί να υπάρχει απόσταση ανάμεσα στη θεωρία και στην πράξη. Σε επίπεδο αρχής όλοι συμφωνούν ότι απαιτούνται σωστό προϊόν, σωστή συναρμολόγηση, εκπαίδευση, επίβλεψη και μέσα ατομικής προστασίας. Στο πεδίο όμως, συχνά υπερισχύει η λογική «να τελειώνουμε γρήγορα», «έτσι το κάνουμε χρόνια», «δεν πειράζει για λίγο» ή «βάλ’ το πρόχειρα και θα το φτιάξουμε μετά». Σε αυτό ακριβώς το σημείο αρχίζει η επικινδυνότητα.

Υπάρχει όμως και μια βαθύτερη πρακτική διάσταση. Σε αρκετές περιπτώσεις, το ικρίωμα δεν αντιμετωπίζεται ως κρίσιμο τεχνικό μέσο για την ασφαλή εκτέλεση της εργασίας, αλλά ως μια «ενοχλητική ανάγκη» που απλώς δεν μπορεί να παρακαμφθεί. Όταν επικρατεί αυτή η λογική, σχεδόν πάντα εμφανίζεται πίεση για χαμηλό κόστος εγκατάστασης, με συνέπεια την επιλογή εγκαταστάτη με αποκλειστικό κριτήριο την οικονομία, εκπτώσεις στην αρτιότητα της κατασκευής και απροθυμία συμμόρφωσης με τεχνικές προδιαγραφές και βασικές απαιτήσεις ασφαλείας.

Ένα ακόμη κρίσιμο σημείο είναι η ελλιπής ιχνηλασιμότητα και η δυσκολία ουσιαστικού τεχνικού ελέγχου. Στην πράξη υπάρχει κενό ανάμεσα στον έλεγχο της παραγωγής και διάθεσης στην αγορά και στον έλεγχο της συναρμολόγησης και χρήσης στο εργοτάξιο. Έτσι, μη πιστοποιημένα ή μη συμμορφούμενα ικριώματα συχνά εντοπίζονται τελικά στο πεδίο, δηλαδή στο πιο κρίσιμο σημείο, εκεί όπου ήδη εκτίθενται άνθρωποι σε κίνδυνο.

Παράλληλα, ακόμη και όταν υπάρχει Βεβαίωση Εξέτασης Τύπου, δεν είναι πάντοτε πρακτικά εφικτό για τον Μηχανικό, τον Τεχνικό Ασφάλειας ή τα ελεγκτικά όργανα να διασταυρώσουν αν τα στοιχεία που βλέπουν μπροστά τους αντιστοιχούν πράγματι στο συγκεκριμένο εγκεκριμένο σύστημα. Και ακριβώς εδώ αναδεικνύεται η σημασία των αναγραφόμενων ενδείξεων πάνω στα στοιχεία του ικριώματος, γιατί αυτές μπορούν να λειτουργήσουν ως κρίσιμο σημείο αναφοράς για την ταυτοποίηση του συστήματος στο πεδίο.

Γι’ αυτό ακριβώς είναι σημαντικό οι Βεβαιώσεις Εξέτασης Τύπου να είναι περισσότερο λειτουργικές στην πράξη, να συνδέονται με τις αναγραφόμενες ενδείξεις πάνω στα στοιχεία του ικριώματος και να περιλαμβάνουν ουσιαστικά δεδομένα, όπως όρια φορτίων, περιορισμούς χρήσης, απαιτήσεις αγκύρωσης και βασικές παραδοχές ασφαλείας. Η κατεύθυνση αυτή έχει ιδιαίτερη αξία, γιατί βοηθά την αναγνώριση και τον έλεγχο στο πεδίο, δηλαδή εκεί όπου πραγματικά κρίνεται η ασφάλεια.

Πρόβλημα αποτελεί επίσης η ανεπαρκής εξοικείωση ορισμένων εμπλεκομένων στο έργο με τις τεχνικές και νομοθετικές ιδιαιτερότητες των ικριωμάτων. Αυτό μπορεί να οδηγήσει είτε σε λανθασμένα απλουστευμένες επιλογές είτε, στην αντίθετη κατεύθυνση, σε υπερβολικές ή μη τεχνικά τεκμηριωμένες απαιτήσεις βεβαιώσεων και δικαιολογητικών, οι οποίες δεν υποκαθιστούν τον ουσιαστικό έλεγχο του συστήματος στο πεδίο. Η ασφάλεια στα ικριώματα δεν διασφαλίζεται με περισσότερα χαρτιά από μόνα τους, αλλά με σωστή τεχνική προσέγγιση, επάρκεια γνώσης και πραγματικό έλεγχο της κατασκευής.

Παράλληλα, ακόμη και όταν υπάρχει Βεβαίωση Εξέτασης Τύπου, δεν είναι πάντοτε πρακτικά εφικτό για τον Μηχανικό, τον Τεχνικό Ασφάλειας ή τα ελεγκτικά όργανα να διασταυρώσουν αν τα στοιχεία που βλέπουν μπροστά τους αντιστοιχούν πράγματι στο συγκεκριμένο εγκεκριμένο σύστημα. Και ακριβώς εδώ αναδεικνύεται η σημασία των αναγραφόμενων ενδείξεων πάνω στα στοιχεία του ικριώματος, γιατί αυτές μπορούν να λειτουργήσουν ως κρίσιμο σημείο αναφοράς για την ταυτοποίηση του συστήματος στο πεδίο.

Γι’ αυτό ακριβώς είναι σημαντικό οι Βεβαιώσεις Εξέτασης Τύπου να είναι περισσότερο λειτουργικές στην πράξη, να συνδέονται με τις αναγραφόμενες ενδείξεις πάνω στα στοιχεία του ικριώματος και να περιλαμβάνουν ουσιαστικά δεδομένα, όπως όρια φορτίων, περιορισμούς χρήσης, απαιτήσεις αγκύρωσης και βασικές παραδοχές ασφαλείας. Η κατεύθυνση αυτή έχει ιδιαίτερη αξία, γιατί βοηθά την αναγνώριση και τον έλεγχο στο πεδίο, δηλαδή εκεί όπου πραγματικά κρίνεται η ασφάλεια.

Πρόβλημα αποτελεί επίσης η ανεπαρκής εξοικείωση ορισμένων εμπλεκομένων στο έργο με τις τεχνικές και νομοθετικές ιδιαιτερότητες των ικριωμάτων. Αυτό μπορεί να οδηγήσει είτε σε λανθασμένα απλουστευμένες επιλογές είτε, στην αντίθετη κατεύθυνση, σε υπερβολικές ή μη τεχνικά τεκμηριωμένες απαιτήσεις βεβαιώσεων και δικαιολογητικών, οι οποίες δεν υποκαθιστούν τον ουσιαστικό έλεγχο του συστήματος στο πεδίο. Η ασφάλεια στα ικριώματα δεν διασφαλίζεται με περισσότερα χαρτιά από μόνα τους, αλλά με σωστή τεχνική προσέγγιση, επάρκεια γνώσης και πραγματικό έλεγχο της κατασκευής.

Τα πιο κρίσιμα μέτρα πρόληψης είναι γνωστά, αλλά πρέπει να εφαρμόζονται χωρίς εκπτώσεις.

Πρώτον, ο σωστός σχεδιασμός πριν από την επιλογή του προϊόντος. Η λήψη μετρήσεων επί τόπου, η κατανόηση του χώρου, η εκτίμηση του σκοπού χρήσης του ικριώματος και ο υπολογισμός του τι ακριβώς πρέπει να εγκατασταθεί, πού και με ποιον τρόπο, αποτελούν ουσιαστική αφετηρία της ασφάλειας. Χωρίς αυτή τη φάση, η επιλογή συστήματος κινδυνεύει να γίνει εμπειρικά ή με βάση μόνο τη διαθεσιμότητα υλικών, και όχι με βάση τις πραγματικές ανάγκες του έργου.

Δεύτερον, χρήση του κατάλληλου προϊόντος για τη συγκεκριμένη εργασία. Όχι οποιοδήποτε ικρίωμα, αλλά το κατάλληλο, πιστοποιημένο σύστημα, με πλήρη τεκμηρίωση, σαφή ταυτότητα και χωρίς μίξεις στοιχείων. Η επιλογή αυτή είναι η αφετηρία της ασφάλειας, όχι μια τυπική λεπτομέρεια.

Τρίτον, πιστή εφαρμογή των οδηγιών συναρμολόγησης του κατασκευαστή. Οι σωστές αγκυρώσεις, οι ορθές εδράσεις, η γεωμετρία του συστήματος, τα προβλεπόμενα δάπεδα εργασίας, η πλήρης πλευρική προστασία και η ασφαλής πρόσβαση μέσω των προβλεπόμενων κλιμάκων ή κλιμακοστασίων δεν είναι «προαιρετικά». Είναι ο μηχανισμός με τον οποίο το σύστημα παραμένει ασφαλές στην πραγματική του χρήση.

Τέταρτον, εκπαίδευση και τεχνική επάρκεια του προσωπικού. Η ανέγερση και η αποσυναρμολόγηση ικριωμάτων είναι εξειδικευμένη εργασία. Δεν αρκεί η γενική εμπειρία σε εργοτάξιο. Απαιτείται κατανόηση του συστήματος, των φάσεων συναρμολόγησης, των προσωρινών καταστάσεων αστάθειας, των φορτίων, των αγκυρώσεων, των επιτρεπόμενων μετατροπών και των μέτρων προστασίας έναντι πτώσης.

Πέμπτον, μέσα ατομικής προστασίας όπου απαιτούνται, ιδίως κατά την ανέγερση και την αποσυναρμολόγηση, δηλαδή στις φάσεις όπου το ικρίωμα ενδέχεται να μην έχει ακόμη αποκτήσει την τελική του μορφή προστασίας. Η χρήση κατάλληλου εξοπλισμού περιορισμού θέσης ή ανάσχεσης πτώσης, κράνους με υποσιάγωνο, γαντιών και σωστής οργάνωσης εργαλείων δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως δευτερεύουσα υποχρέωση, αλλά ως δομικό στοιχείο της μεθόδου εργασίας.

Έκτον, μελέτη για κάθε μη τυποποιημένη ή ειδική κατασκευή. Όπου ξεφεύγουμε από τη συνήθη και προβλεπόμενη από το σύστημα διάταξη, απαιτείται τεχνική τεκμηρίωση. Ειδικές γέφυρες, αναρτημένα ικριώματα, πλαίσια πεζοδρομίου που δεν καλύπτονται από την τυπική διάταξη του συστήματος, πρόσθετα καλύμματα, ιδιαίτερες ανεμοπιέσεις, ειδικές στηρίξεις ή ειδικές αναπτύξεις δεν μπορούν να λύνονται «με το μάτι». Χρειάζονται μελέτη και έλεγχο.

Έβδομον, συστηματική επιθεώρηση πριν από τη χρήση και μετά από κάθε ουσιώδη μεταβολή. Ένα ικρίωμα μπορεί να είναι σωστά στημένο την πρώτη ημέρα και προβληματικό λίγες ημέρες αργότερα, μετά από μετατροπές, φορτίσεις, αφαίρεση στοιχείων, κρούσεις, καιρική επιβάρυνση ή παρεμβάσεις τρίτων συνεργείων.

Χρήσιμο είναι εδώ να αναφερθεί και το θέμα των κινητών ικριωμάτων, για τα οποία συχνά υπάρχει η λανθασμένη εντύπωση ότι, επειδή χρησιμοποιούνται σε γρήγορες εργασίες και μετακινούνται ευκολότερα, μπορούν να αντιμετωπίζονται με χαλαρότερους κανόνες. Το αντίθετο ισχύει. Και στα κινητά ικριώματα απαιτείται αυστηρή συμμόρφωση με τις οδηγίες του συστήματος, με τα όρια ύψους, τα μέσα σταθεροποίησης, τις απαιτήσεις ευστάθειας και τη σωστή χρήση ανάλογα με το αν πρόκειται για εσωτερικό ή εξωτερικό χώρο. Σε επίπεδο αδειοδοτήσεων, όταν για την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών χρησιμοποιείται οποιοδήποτε είδος ικριωμάτων, σταθερό, κινητό ή άλλο, απαιτείται αναλόγως της φύσης των εργασιών είτε Έγκριση Εργασιών Δόμησης Μικρής Κλίμακας είτε Οικοδομική Άδεια.

Η εμπειρία του πεδίου δείχνει επίσης κάτι ακόμη: τα προβλήματα δεν ξεκινούν πάντοτε από μια θεαματική αστοχία. Συχνά ξεκινούν από μικρές «διευκολύνσεις» που θεωρούνται αθώες. Μια αφαίρεση πλευρικής προστασίας για να περάσουν υλικά, μια αντικατάσταση στοιχείων με άλλα «που ταιριάζουν περίπου», μια παράλειψη αγκύρωσης για να μείνει καθαρό το μέτωπο εργασίας, μια πρόχειρη επέκταση χωρίς τεκμηρίωση. Όμως ακριβώς εκεί βρίσκεται το όριο ανάμεσα στη σωστή χρήση και στον αυτοσχεδιασμό. Και ακριβώς εκεί αρχίζει να παράγεται ο κίνδυνος και να καλλιεργείται μια λογική μη συμμόρφωσης, η οποία αργότερα μπορεί να οδηγήσει σε δυσάρεστο γεγονός.

Το συμπέρασμα είναι σαφές. Η ασφάλεια στα ικριώματα δεν διασφαλίζεται ούτε μόνο με μία τυπική βεβαίωση ούτε μόνο με την εμπειρία του συνεργείου. Διασφαλίζεται όταν συνυπάρχουν σωστός σχεδιασμός, σωστό σύστημα, σαφής τεχνική τεκμηρίωση, εκπαιδευμένοι εγκαταστάτες, ουσιαστική επίβλεψη, έλεγχος στο πεδίο και κουλτούρα μηδενικής ανοχής στον αυτοσχεδιασμό.

Και αυτή, τελικά, είναι η πιο ουσιαστική γραμμή άμυνας. Όχι άλλος αυτοσχεδιασμός. Όχι άλλη ανοχή στη λογική «στήσ’ το να τελειώνουμε». Στα ικριώματα, η ασφάλεια δεν είναι επιπλέον κόστος. Είναι βασική προϋπόθεση για να επιστρέψει ο εργαζόμενος ασφαλής στο σπίτι του.

πηγή: Εργοληπτικόν Βήμα Νο_147 της ΠΕΣΕΔΕ Το επιστημονικό σημείο αναφοράς του εργοληπτικού κόσμου

ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΣΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ: ΑΠΟ ΤΗΝ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΣΤΗΝ ΠΡΑΞΗ

Αυτά και άλλα πολλά άκρως ενδιαφέροντα στο περιοδικό της ΠΕΣΕΔΕ που κυκλοφορεί – ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ! Καλή ανάγνωση!

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ