Share
Γράφει ο ∗ Ιωάννης Ε. Ζευγώλης : Αναπλ. Καθηγητής ΕΜΠ
Η καταγραφή των εργατικών ατυχημάτων είναι ζωτικής σημασίας για την πρόληψη τους. Η αναγνώριση των μικρότερων συμβάντων επιτρέπει την εξάλειψη των αιτιών τους, λειτουργώντας προληπτικά και αποτρέποντας μελλοντικά θανατηφόρα περιστατικά.
Ο κατασκευαστικός κλάδος είναι, διαχρονικά, ένας από τους κλάδους με τη μεγαλύτερη έκθεση σε επαγγελματικούς κινδύνους. Η διαπίστωση αυτή δεν είναι απλώς θεωρητική. Επιβεβαιώνεται καθημερινά στα εργοτάξια, αλλά και συστηματικά μέσα από τα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία. Εργασία σε ύψος, εκσκαφές, ανυψωτικά μηχανήματα, κινούμενος εξοπλισμός, εργασίες σε ή πλησίον ηλεκτρικών εγκαταστάσεων, προσωρινές κατασκευές, καθώς και η ταυτόχρονη παρουσία πολλών συνεργείων και υπεργολάβων, συνθέτουν ένα ιδιαίτερα σύνθετο και δυναμικό περιβάλλον εργασίας.
Στο περιβάλλον αυτό, η ασφάλεια δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως τυπική διοικητική υποχρέωση, ούτε ως ένα σύνολο εγγράφων που πρέπει απλώς να υπάρχουν στον φάκελο του έργου. Χρειάζεται να αποτελεί μέρος της ίδιας της οργάνωσης του εργοταξίου: του προγραμματισμού, της επίβλεψης, του συντονισμού, της εκπαίδευσης και της καθημερινής λήψης αποφάσεων.
Εδώ ακριβώς αποκτούν αξία τα δεδομένα. Οι απόλυτοι αριθμοί εργατικών ατυχημάτων είναι χρήσιμοι, αλλά δεν αρκούν. Αν σε έναν κλάδο καταγράφονται περισσότερα ατυχήματα, αυτό μπορεί απλώς να οφείλεται στο ότι απασχολεί περισσότερους εργαζόμενους. Για να εξαχθούν ουσιαστικά συμπεράσματα, χρειάζονται δείκτες, όπως ο αριθμός ατυχημάτων ανά 1.000 εργαζόμενους, ο αριθμός θανατηφόρων ατυχημάτων ανά 100.000 εργαζόμενους, η συμμετοχή ενός κλάδου στα ατυχήματα σε σχέση με το μερίδιό του στην απασχόληση, καθώς και η αναλογία θανατηφόρων προς μη θανατηφόρα ατυχήματα. Με άλλα λόγια, χρειάζεται να περάσουμε από την απλή καταγραφή στην ερμηνεία.
Η εικόνα στην Ελλάδα
Για την Ελλάδα, τα στοιχεία του 2023 είναι χαρακτηριστικά. Στον πίνακα 1 παρουσιάζονται ο αριθμός των εργαζομένων, ο συνολικός αριθμός εργατικών ατυχημάτων και ο αριθμός των θανατηφόρων ατυχημάτων, τόσο για τον κλάδο των κατασκευών όσο και για το σύνολο των οικονομικών δραστηριοτήτων που καταγράφονται από την ΕΛΣΤΑΤ. Ο αριθμός των εργαζομένων υπολογίζεται ως ο μέσος όρος των τεσσάρων τριμηνιαίων αποτελεσμάτων της Έρευνας Εργατικού Δυναμικού της ΕΛΣΤΑΤ για το 2023, ενώ τα στοιχεία των ατυχημάτων αντλήθηκαν από την Ετήσια Έρευνα Εργατικών Ατυχημάτων της ΕΛΣΤΑΤ.
Πίνακας 1. Απασχόληση, εργατικά ατυχήματα και συμμετοχή του κατασκευαστικού κλάδου στο σύνολο της οικονομίας, 2023
|
Κατασκευές |
Σύνολο κλάδων |
Μερίδιο κλάδου κατασκευών |
|
|
Εργαζόμενοι |
165.825 |
4.193.450 |
4,0% |
|
Σύνολο ατυχημάτων |
428 |
4.847 |
8,8% |
|
Θανατηφόρα ατυχήματα |
13 |
51 |
25,5% |
Στον κατασκευαστικό κλάδο καταγράφηκαν 428 εργατικά ατυχήματα, εκ των οποίων 13 ήταν θανατηφόρα. Δηλαδή, σύμφωνα με τα δεδομένα της ΕΛΣΤΑΤ, το 3,0% των καταγεγραμμένων ατυχημάτων στις κατασκευές – περίπου 1 στα 33 – κατέληξε σε θανατηφόρο τραυματισμό. Στο σύνολο της οικονομίας, αντίστοιχα, το αντίστοιχο ποσοστό είναι περίπου 1,1%. Η τελευταία στήλη του πίνακα 1 αναδεικνύει ένα ακόμη κρίσιμο στοιχείο: ενώ ο κατασκευαστικός κλάδος απασχολεί το 4,0% των εργαζομένων, συγκεντρώνει το 8,8% του συνόλου των εργατικών ατυχημάτων και το 25,5% των θανατηφόρων. Πρακτικά, το 4% των εργαζομένων αντιστοιχεί περίπου στο 25% των θανατηφόρων ατυχημάτων. Συνεπώς, ο κλάδος φέρει δυσανάλογα υψηλό βάρος ως προς τα σοβαρότερα συμβάντα.
Με βάση τα δεδομένα του πίνακα 1 μπορούν να υπολογιστούν οι δείκτες συχνότητας ατυχημάτων, οι οποίοι παρατίθενται στον πίνακα 2. Συγκεκριμένα, στις κατασκευές προκύπτουν περίπου 2,6 εργατικά ατυχήματα ανά 1.000 εργαζόμενους, έναντι περίπου 1,2 στο σύνολο των κλάδων. Ο αντίστοιχος δείκτης θανατηφόρων ατυχημάτων ήταν περίπου 7,8 ανά 100.000 εργαζόμενους στις κατασκευές, έναντι 1,2 στο σύνολο της οικονομίας. Αυτό σημαίνει ότι ο δείκτης θανατηφόρων ατυχημάτων στις κατασκευές ήταν περίπου 6,4 φορές υψηλότερος από τον αντίστοιχο δείκτη για το σύνολο των κλάδων.
Πίνακας 2. Συγκριτικοί δείκτες συχνότητας εργατικών ατυχημάτων: κατασκευές και σύνολο κλάδων, Ελλάδα 2023
|
Ατυχήματα |
Κατασκευές |
Σύνολο |
Σχετικός δείκτης |
|
Σύνολο ατυχημάτων ανά 1.000 εργαζόμενους |
2,6 |
1,2 |
× 2,2 |
|
Θανατηφόρα ατυχήματα ανά 100.000 εργαζόμενους |
7,8 |
1,2 |
× 6,4 |
Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι, με βάση τα στοιχεία που εξετάστηκαν, την τριετία 2021- 2023 καταγράφεται αυξητική πορεία στον κλάδο. Ο απόλυτος αριθμός των θανατηφόρων ατυχημάτων αυξήθηκε από 9 το 2021 σε 11 το 2022 και σε 13 το 2023. Αντίστοιχα, αύξηση παρουσίασε και ο δείκτης θανατηφόρων ατυχημάτων, από 6,3 σε 7,4 και στη συνέχεια σε 7,8 θανατηφόρα ατυχήματα ανά 100.000 εργαζόμενους.
Η εξέταση της δεκαετίας 2014 – 2023 δείχνει ότι η εικόνα του 2023 δεν αποτελεί μεμονωμένη ακραία παρατήρηση, αλλά εντάσσεται σε ένα διαχρονικό μοτίβο. Συγκεκριμένα, υπολογίζεται ότι, κατά μέσο όρο, ο κατασκευαστικός κλάδος στην Ελλάδα απασχολούσε περίπου το 3,9% των εργαζομένων, αλλά αντιστοιχούσε στο 8,8% των εργατικών ατυχημάτων και στο 23,3% των θανατηφόρων. Ο μέσος δείκτης θανατηφόρων ατυχημάτων στις κατασκευές για την περίοδο 2014 – 2023 υπολογίζεται σε 6,8 ανά 100.000 εργαζόμενους, όταν στο σύνολο της οικονομίας ήταν περίπου 1,1. Επομένως, σε βάθος δεκαετίας, ο κίνδυνος θανατηφόρου ατυχήματος στον κατασκευαστικό κλάδο ήταν 6,2 φορές υψηλότερος από ό,τι στο σύνολο των κλάδων της οικονομίας. Με άλλα λόγια, η διατύπωση «επικίνδυνος κλάδος» παύει να είναι αόριστη και αποκτά μετρήσιμο περιεχόμενο, ενώ παράλληλα τεκμηριώνεται ότι η αυξημένη επικινδυνότητα των κατασκευών δεν είναι συγκυριακό εύρημα μιας χρονιάς, αλλά διαχρονικό χαρακτηριστικό του κλάδου.
Σύγκριση με ευρωπαϊκά στοιχεία
Η σύγκριση Ελλάδας και ΕΕ γίνεται με βάση τις διαθέσιμες δημοσιευμένες στατιστικές σειρές και πρέπει, προφανώς, να διαβάζεται με τις συνήθεις επιφυλάξεις που συνοδεύουν τις εθνικές πρακτικές δήλωσης, καταγραφής και ταξινόμησης των εργατικών ατυχημάτων.
Σύμφωνα με τα δεδομένα της Eurostat, κατά τη δεκαετία 2014–2023 ο κατασκευαστικός κλάδος στην Ευρωπαϊκή Ένωση κατέγραφε κατά μέσο όρο 727 θανατηφόρα εργατικά ατυχήματα ετησίως. Την ίδια περίοδο, η συμμετοχή του κλάδου στο σύνολο των θανατηφόρων ατυχημάτων ήταν 21,5%. Το 2023 καταγράφηκε ο μεγαλύτερος αριθμός θανατηφόρων ατυχημάτων της δεκαετίας, με 792 περιστατικά, που αντιστοιχούσαν στο 24,0% του συνόλου των θανατηφόρων εργατικών ατυχημάτων στην ΕΕ. Τέλος, ο μέσος ευρωπαϊκός δείκτης θανατηφόρων ατυχημάτων στις κατασκευές, για την περίοδο 2014–2023, υπολογίζεται σε 6,4 ανά 100.000 εργαζόμενους, έναντι 1,8 στο σύνολο των κλάδων. Άρα, ο κίνδυνος θανατηφόρου ατυχήματος στις κατασκευές ήταν περίπου 3,6 φορές υψηλότερος από τον αντίστοιχο μέσο κίνδυνο στο σύνολο της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Η σύγκριση της Ελλάδας με την ΕΕ οδηγεί αρχικά σε μια ενδιαφέρουσα διαπίστωση: ως προς τον πιο κρίσιμο δείκτη, δηλαδή τα θανατηφόρα ατυχήματα ανά 100.000 εργαζόμενους, η Ελλάδα δεν αποκλίνει ουσιωδώς από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Ο δείκτης 6,8 θανατηφόρων ατυχημάτων ανά 100.000 εργαζόμενους στις ελληνικές κατασκευές, ως μέσος όρος της δεκαετίας 2014 – 2023, είναι συγκρίσιμος με τον αντίστοιχο ευρωπαϊκό δείκτη, που υπολογίζεται σε 6,4. Παρομοίως, η συμμετοχή του κατασκευαστικού κλάδου στα θανατηφόρα ατυχήματα είναι 23,3% στην Ελλάδα και 21,5% στην ΕΕ. Αν η ανάλυση περιοριζόταν σε αυτά τα μεγέθη, θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι, ως προς τα θανατηφόρα ατυχήματα, η εικόνα της Ελλάδας βρίσκεται κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Ωστόσο, η εικόνα αλλάζει όταν εξεταστεί η σχέση θανατηφόρων και μη θανατηφόρων ατυχημάτων.
Το 2023, σύμφωνα με τα δεδομένα της ΕΛΣΤΑΤ, στην Ελλάδα περίπου 1 στα 33 καταγεγραμμένα ατυχήματα στις κατασκευές ήταν θανατηφόρο (ποσοστό περίπου 3,0%). Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με βάση τα στοιχεία της Eurostat, η αντίστοιχη αναλογία είναι 1 προς 461 (περίπου 0,2% ή 2,2‰). Με άλλα λόγια, η αναλογία θανατηφόρων προς μη θανατηφόρα ατυχήματα εμφανίζεται στην Ελλάδα περίπου 14 φορές υψηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Η απόκλιση αυτή δύσκολα μπορεί να ερμηνευθεί ως πραγματική διαφορά επικινδυνότητας των ελληνικών εργοταξίων έναντι των ευρωπαϊκών. Άλλωστε, όπως προαναφέρθηκε, ο δείκτης θανατηφόρων ατυχημάτων ανά 100.000 εργαζόμενους είναι συγκρίσιμος μεταξύ Ελλάδας και ΕΕ. Η πιο εύλογη ερμηνεία είναι ότι στην Ελλάδα καταγράφεται πολύ μικρότερος αριθμός μη θανατηφόρων ατυχημάτων σε σχέση με αυτόν που θα αναμενόταν, γεγονός που παραπέμπει σε σημαντική υποκαταγραφή ή, γενικότερα, σε ατελή αποτύπωση των λιγότερο σοβαρών συμβάντων.
Η σημασία καταγραφής των μικρότερων συμβάντων
Η καταγραφή μικρότερων συμβάντων έχει ουσιαστική σημασία για την πρόληψη. Τα μικρά τραύματα, οι ολιγοήμερες απουσίες, τα συμβάντα με υλικές μόνο ζημιές και, ασφαλώς, τα «παρ’ ολίγον» ατυχήματα αποτελούν πολύτιμες πηγές πληροφορίας. Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες τέτοια συμβάντα καταγράφονται συστηματικά. Στη χώρα μας, όμως, συχνά διευθετούνται «εντός εργοταξίου» και δεν φτάνουν ποτέ ούτε στον ΕΦΚΑ ούτε στην ΕΛΣΤΑΤ. Αυτό δεν είναι ζήτημα στατιστικής γραφειοκρατίας, αλλά ουσιαστικό έλλειμμα πρόληψης.
Τα λιγότερο σοβαρά συμβάντα δείχνουν πού υπάρχουν αδυναμίες: Σε μια μέθοδο εργασίας, σε έναν υπεργολάβο, σε μια επαναλαμβανόμενη εργασία, στην εκπαίδευση, στον συντονισμό, στην επίβλεψη ή στον εξοπλισμό. Από την κλασική θεώρηση του Heinrich για τη σχέση μικρότερων συμβάντων και σοβαρών ατυχημάτων (Heinrich, 1931), χωρίς βέβαια να υιοθετεί κανείς μηχανιστικά κάθε ποσοτική της έκφανση, έως τις σύγχρονες προσεγγίσεις της επιστήμης της ασφάλειας, όπως η διάκριση Safety-I / Safety-II του Hollnagel (2014), η βασική ιδέα παραμένει επίκαιρη: πριν από ένα σοβαρό συμβάν έχουν συνήθως προηγηθεί πολλά μικρότερα προειδοποιητικά σημάδια. Όταν αυτά δεν καταγράφονται, η επιχείρηση στερείται ένα βασικό εργαλείο μάθησης και περιμένει, ουσιαστικά, το σοβαρό ατύχημα για να αναγνωρίσει έναν κίνδυνο που πιθανόν είχε ήδη εμφανιστεί πολλές φορές.


Βασικοί δείκτες εργατικών ατυχημάτων στις κατασκευές στην Ελλάδα, με στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ και επεξεργασία του Αναπλ. Καθηγητή ΕΜΠ Ιωάννη Ε. Ζευγώλη.
Συμπεράσματα
Από την ανάλυση των στοιχείων προκύπτουν τέσσερα πρακτικά συμπεράσματα για τον μηχανικό και την τεχνική επιχείρηση που δραστηριοποιούνται στον κατασκευαστικό κλάδο.
Πρώτον, η δυσαναλογία μεταξύ απασχόλησης και θανατηφόρων ατυχημάτων είναι σαφής και διαχρονική. Με περίπου 4% των εργαζομένων, ο κλάδος των κατασκευών αντιστοιχεί σταθερά σε ποσοστό της τάξης του 23 – 25% των θανατηφόρων εργατικών ατυχημάτων. Σε επίπεδο δεκαετίας, ο δείκτης θανατηφόρων ατυχημάτων στις κατασκευές υπολογίζεται σε 6,8 ανά 100.000 εργαζόμενους, έναντι περίπου 1,1 στο σύνολο της οικονομίας. Δηλαδή, ο κίνδυνος θανατηφόρου ατυχήματος στον κατασκευαστικό κλάδο είναι περίπου 6,2 φορές υψηλότερος από ό,τι στο σύνολο των κλάδων. Η διαπίστωση αυτή δεν αφορά μόνο την ηθική και κοινωνική διάσταση της εργασίας του μηχανικού. Συνδέεται επίσης με την οργάνωση του έργου, το ασφαλιστικό και λειτουργικό κόστος, τις καθυστερήσεις, τη φήμη των τεχνικών εταιρειών και, σε ένα ολοένα αυστηρότερο κανονιστικό περιβάλλον, τη δυνατότητα αξιόπιστης συμμετοχής στην αγορά των δημοσίων έργων.
Δεύτερον, η αυξητική τάση των θανατηφόρων ατυχημάτων την τριετία 2021 – 2023 δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ως απλή στατιστική διακύμανση. Συμπίπτει με περίοδο αυξημένης δραστηριότητας στον κατασκευαστικό κλάδο, με περισσότερα έργα, υψηλότερες απαιτήσεις σε ανθρώπινο δυναμικό και εντατικότερους ρυθμούς εκτέλεσης. Παράγοντες όπως η είσοδος νέων ή λιγότερο έμπειρων εργαζομένων, η πίεση χρονοδιαγραμμάτων, η αυξημένη παρουσία υπεργολάβων και η παράλληλη εκτέλεση πολλών εργασιών μπορούν να ενισχύσουν την έκθεση σε κινδύνους. Συνεπώς, η ασφάλεια δεν μπορεί να παραμένει στατική λειτουργία. Χρειάζεται να αναβαθμίζεται ανάλογα με την ένταση και την πολυπλοκότητα της κατασκευαστικής δραστηριότητας.
Τρίτον, η σύγκριση με την Ευρωπαϊκή Ένωση δείχνει κάτι ιδιαίτερα ενδιαφέρον. Ως προς τον δείκτη θανατηφόρων ατυχημάτων ανά 100.000 εργαζόμενους, η Ελλάδα δεν αποκλίνει ουσιωδώς από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η μεγάλη απόκλιση εμφανίζεται στην αναλογία θανατηφόρων προς μη θανατηφόρα ατυχήματα. Στην Ελλάδα, ένα στα 33 καταγεγραμμένα ατυχήματα στις κατασκευές είναι θανατηφόρο, ενώ στην ΕΕ η αντίστοιχη αναλογία είναι περίπου ένα στα 461. Η διαφορά αυτή δύσκολα μπορεί να αποδοθεί μόνο σε πραγματική διαφορά επικινδυνότητας. Η πιο εύλογη ερμηνεία είναι ότι στη χώρα μας υπάρχει σημαντική υποκαταγραφή μη θανατηφόρων ατυχημάτων και, γενικότερα, ατελής αποτύπωση των λιγότερο σοβαρών συμβάντων.
Τέταρτον, η συστηματική καταγραφή των μη θανατηφόρων ατυχημάτων και των «παρ’ ολίγον» ατυχημάτων δεν αποτελεί διοικητική επιβάρυνση, αλλά βασικό εργαλείο πρόληψης. Μια τεχνική εταιρεία που γνωρίζει με ακρίβεια πού, πότε και υπό ποιες συνθήκες συμβαίνουν τα μικρότερα συμβάντα στα εργοτάξιά της έχει τη δυνατότητα να παρέμβει πριν από το σοβαρό περιστατικό. Η καταγραφή έχει αξία όταν δεν αντιμετωπίζεται ως μηχανισμός απόδοσης ευθυνών, αλλά ως διαδικασία μάθησης: ως τρόπος να εντοπίζονται επαναλαμβανόμενα προβλήματα σε μεθόδους εργασίας, εξοπλισμό, εκπαίδευση, επίβλεψη, συντονισμό υπεργολάβων ή οργάνωση του εργοταξίου.
Τα μεθοδολογικά εργαλεία για την οργάνωση της πρόληψης υπάρχουν ήδη και μπορούν να εφαρμοστούν κλιμακωτά, ανάλογα με το μέγεθος και την οργανωτική δομή κάθε τεχνικής εταιρείας. Οι σχετικές οδηγίες του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Ασφάλεια και την Υγεία στην Εργασία (EU-OSHA), όπως και η ευρωπαϊκή νομοθεσία για το συντονιστή ασφάλειας σε εργοτάξια (Οδηγία 92/57/ΕΟΚ, ενσωματωμένη με το Π.Δ. 305/1996), προσφέρουν λειτουργικό σκελετό ακόμη και για μικρομεσαίες τεχνικές εταιρείες, χωρίς ανάγκη να επινοηθεί κάτι από την αρχή.
Κλείνοντας, η μετάβαση από τα δεδομένα σε ασφαλέστερες κατασκευές απαιτεί έναν συνδυασμό τριών στοιχείων: αξιόπιστη καταγραφή σε επίπεδο εταιρείας και κλάδου, εκπαίδευση που ανανεώνεται με βάση τα ίδια τα δεδομένα, και τεχνικό έλεγχο που αντιμετωπίζεται ως ουσιαστική διαδικασία πρόληψης και όχι ως τυπική διεκπεραίωση. Για τον κλάδο των δημοσίων έργων, ο οποίος λειτουργεί υπό αυξημένη δημόσια εποπτεία και έχει σημαντική κοινωνική επίδραση, η στροφή προς μια κουλτούρα μετρήσεων και προληπτικής διαχείρισης κινδύνου δεν είναι ζήτημα εικόνας. Είναι προϋπόθεση ποιότητας, αξιοπιστίας και επαγγελματικής ευθύνης.
Τα στοιχεία δεν αφήνουν περιθώριο εφησυχασμού. Το γεγονός ότι ένα στα 33 καταγεγραμμένα ατυχήματα στις ελληνικές κατασκευές ήταν θανατηφόρο δεν μπορεί να θεωρηθεί αποδεκτή κανονικότητα. Η αναλογία αυτή πρέπει να μειωθεί. Και για να μειωθεί, ο κλάδος χρειάζεται να μετρά με μεγαλύτερη ακρίβεια όχι μόνο τα σοβαρά ατυχήματα, αλλά και τη μεγάλη δεξαμενή των μικρότερων συμβάντων που σήμερα συχνά δεν φτάνουν στις επίσημες στατιστικές.
Βιβλιογραφία
- ΕΛΣΤΑΤ. Στατιστικές εργατικών ατυχημάτων, ετήσιες σειρές 2014–2023, διαθέσιμες στο www.statistics.gr, ανάκτηση 2026.
- ΕΛΣΤΑΤ. Τριμηνιαίες Έρευνες Εργατικού Δυναμικού, έτος 2023, διαθέσιμες στο www.statistics.gr, ανάκτηση 2026.
- Accidentsatworkstatistics, βάσεις δεδομένων διαθέσιμες στο https://ec.europa.eu/eurostat/, ανάκτηση 2026.
- Heinrich, H.W. (1931). Industrial Accident Prevention: A Scientific Approach. McGraw-Hill.
- Hollnagel, E. (2014). Safety-I and Safety-II: The Past and Future of Safety Management.
πηγή: Εργοληπτικόν Βήμα Νο_147 της ΠΕΣΕΔΕ Το επιστημονικό σημείο αναφοράς του εργοληπτικού κόσμου
ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΣΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ: ΑΠΟ ΤΗΝ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΣΤΗΝ ΠΡΑΞΗ
Αυτά και άλλα πολλά άκρως ενδιαφέροντα στο περιοδικό της ΠΕΣΕΔΕ που κυκλοφορεί – ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ! Καλή ανάγνωση!

