Share
Η περίπτωση των 300 εργαζομένων της ΓΔΑΕΦΚ δείχνει γιατί η δημόσια συζήτηση δεν μπορεί να περιορίζεται σε μια στατική σύγκριση μισθών και επιδομάτων
Γράφει ο Προκόπης Φωτεινόπουλος: Γενικός Γραμματέας του ΣΕΑΕΦΚ – Συλλόγου Εργαζομένων για την Αποκατάσταση Επιπτώσεων Φυσικών Καταστροφών – Ιστοσελίδα: https://seaefk.gr/
Κάθε φορά που τίθεται το ζήτημα της εργασιακής και θεσμικής κατοχύρωσης προσωπικού το οποίο υπηρετεί επί σειρά ετών στο Δημόσιο, εμφανίζεται σχεδόν αυτομάτως το ερώτημα του δημοσιονομικού κόστους.
Το ερώτημα είναι απολύτως θεμιτό. Οι δημόσιες πολιτικές οφείλουν να κοστολογούνται, οι νομοθετικές επιλογές να είναι δημοσιονομικά υπεύθυνες και κάθε νέα ρύθμιση να εξετάζεται ως προς τις άμεσες και τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της. Αρκεί, βεβαίως, να υπολογίζεται το πραγματικό κόστος και όχι μόνο εκείνο που εμφανίζεται εύκολα σε μία γραμμή του προϋπολογισμού.
Η περίπτωση των περίπου 300 μηχανικών και διοικητικών υπαλλήλων που εργάζονται με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου στη Γενική Διεύθυνση Αποκατάστασης Επιπτώσεων Φυσικών Καταστροφών είναι χαρακτηριστική. Πρόκειται για προσωπικό που συμπληρώνει οκτώ χρόνια συνεχούς απασχόλησης. Δεν προσλήφθηκε για να αντιμετωπίσει μία στιγμιαία ή περιορισμένη ανάγκη. Συμμετέχει στην καθημερινή λειτουργία των υπηρεσιών, έχει αποκτήσει εξειδικευμένη εμπειρία και καλύπτει ένα αντικείμενο το οποίο, αντί να συρρικνώνεται, αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία.
Οι σεισμοί, οι πυρκαγιές, οι πλημμύρες και τα ακραία καιρικά φαινόμενα δεν αποτελούν πλέον έκτακτες παρεκκλίσεις από μία κατά τα άλλα προβλέψιμη κανονικότητα. Αποτελούν σταθερό και εντεινόμενο πεδίο κρατικής ευθύνης. Οι υπηρεσίες που καλούνται να πραγματοποιήσουν αυτοψίες, να ελέγξουν πληγέντα κτίρια, να υποστηρίξουν τους πολίτες, να διαχειριστούν φακέλους στεγαστικής συνδρομής και να συμβάλουν στην αποκατάσταση των πληγεισών περιοχών δεν πρόκειται να καταστούν λιγότερο αναγκαίες τα επόμενα χρόνια.
Επομένως, η συζήτηση για το δημοσιονομικό κόστος πρέπει να ξεκινά από μία βασική παραδοχή: το προσωπικό αυτό είναι αναγκαίο και, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, πρέπει να συνεχίσει να απασχολείται.
Η πλασματική σύγκριση με το μηδέν
Η θεσμική κατοχύρωση των εργαζομένων παρουσιάζεται συχνά σαν να δημιουργεί μία εντελώς νέα δημοσιονομική επιβάρυνση. Σαν να συγκρίνεται το κόστος μιας σταθερής λύσης με μία προηγούμενη κατάσταση στην οποία το Δημόσιο δεν κατέβαλλε καμία δαπάνη.
Αυτή η σύγκριση είναι λανθασμένη. Οι εργαζόμενοι ήδη μισθοδοτούνται. Το Δημόσιο ήδη καταβάλλει εργοδοτικές εισφορές, ήδη καλύπτει τις λειτουργικές ανάγκες της απασχόλησής τους και ήδη στηρίζει σημαντικό μέρος της παραγωγικής ικανότητας των υπηρεσιών αποκατάστασης στην εργασία τους.
Η πραγματική σύγκριση δεν είναι ανάμεσα στο «κόστος της μονιμότητας» και στο μηδέν. Είναι ανάμεσα σε δύο διαφορετικά μοντέλα στελέχωσης. Από τη μία πλευρά βρίσκεται η συνέχιση ενός προσωρινού καθεστώτος, με διαδοχικές παρατάσεις, περιορισμούς, θεσμικές ασάφειες και επαναλαμβανόμενες νομοθετικές παρεμβάσεις. Από την άλλη βρίσκεται μία σταθερή, οργανικά ενταγμένη και θεσμικά ασφαλής μορφή απασχόλησης, προσαρμοσμένη στις πραγματικές και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας.
Μόνο η σύγκριση αυτών των δύο μοντέλων μπορεί να δώσει σοβαρή απάντηση στο δημοσιονομικό ερώτημα.
Η στέρηση δικαιωμάτων δεν είναι οικονομική πολιτική
Μία σταθερότερη εργασιακή σχέση ενδέχεται να συνεπάγεται ορισμένες πρόσθετες άμεσες δαπάνες. Μπορεί να συνδέεται με διαφορετική μισθολογική εξέλιξη, με την καταβολή επιδομάτων ή με διαφορετικές ασφαλιστικές και συνταξιοδοτικές συνέπειες. Αυτές οι διαφορές πρέπει ασφαλώς να υπολογιστούν.
Δεν είναι όμως ούτε οικονομικά ούτε θεσμικά ορθό να θεωρείται ότι η δημοσιονομική εξοικονόμηση επιτυγχάνεται επειδή ένας εργαζόμενος στερείται ένα τακτικό επίδομα, δεν διαθέτει δυνατότητα υπηρεσιακής εξέλιξης ή υφίσταται δυσμενέστερες συνέπειες ως προς την ασφαλιστική και συνταξιοδοτική του διαδρομή.
Η διατήρηση της φθηνότερης δυνατής εργασιακής σχέσης δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη ορθολογικής διαχείρισης. Μπορεί να μειώνει προσωρινά μία συγκεκριμένη μισθολογική δαπάνη, αλλά ταυτόχρονα να δημιουργεί μεγαλύτερα λειτουργικά, διοικητικά και κοινωνικά κόστη.
Η δημόσια διοίκηση δεν είναι απλώς ένας μηχανισμός καταβολής μισθών. Είναι ένας οργανισμός που οφείλει να διατηρεί τεχνογνωσία, να οργανώνει το ανθρώπινο δυναμικό του, να αξιοποιεί τα προσόντα του και να εξασφαλίζει συνέχεια στη λειτουργία του.
Οι παρατάσεις δεν εκδίδονται μόνες τους
Το σημερινό καθεστώς δεν συντηρείται χωρίς κόστος.
Κάθε παράταση πρέπει να σχεδιαστεί, να αιτιολογηθεί και να ενταχθεί σε νομοθετική ρύθμιση. Απαιτούνται υπηρεσιακές εισηγήσεις, εγκρίσεις, συνεννοήσεις μεταξύ υπουργείων, επεξεργασία από οικονομικές και νομικές υπηρεσίες, πολιτικές αποφάσεις και δημοσίευση των σχετικών πράξεων.
Απασχολούνται υπηρεσιακά στελέχη, οικονομικές διευθύνσεις, νομικοί σύμβουλοι, πολιτικά γραφεία, υπουργεία και το Κοινοβούλιο.
Η ίδια διαδικασία επαναλαμβάνεται ανά τακτά χρονικά διαστήματα, ακόμη και όταν όλοι οι εμπλεκόμενοι γνωρίζουν ότι το προσωπικό παραμένει αναγκαίο. Οι εργατοώρες αυτές δεν είναι άυλες. Έχουν διοικητικό και οικονομικό κόστος. Αν, μάλιστα, αντί της διατήρησης του ήδη έμπειρου προσωπικού προκριθεί η αντικατάστασή του, τότε απαιτούνται νέες προκηρύξεις, έλεγχος προσόντων, διαδικασίες πρόσληψης, αρχική εκπαίδευση και χρόνος προσαρμογής.
Ένα κράτος που εκπαιδεύει εκ νέου προσωπικό για να εκτελέσει εργασίες τις οποίες γνωρίζουν ήδη εργαζόμενοι με οκταετή εμπειρία δεν λειτουργεί οικονομικότερα. Απλώς μεταφέρει ένα εύκολα ορατό μισθολογικό κόστος σε λιγότερο ορατές διοικητικές διαδικασίες και σε απώλειες παραγωγικότητας.
Η θεσμική μνήμη είναι δημόσια περιουσία
Στις υπηρεσίες αποκατάστασης φυσικών καταστροφών, η εμπειρία δεν αποκτάται αποκλειστικά μέσα από πανεπιστημιακούς τίτλους ή σύντομα εκπαιδευτικά προγράμματα.
Αποκτάται στο πεδίο. Αποκτάται μέσα από αυτοψίες σε πληγείσες περιοχές, από την εφαρμογή διαφορετικών θεσμικών πλαισίων, από τη διαχείριση χιλιάδων φακέλων, από την επικοινωνία με πολίτες που έχουν χάσει την κατοικία ή την περιουσία τους και από τη συνεργασία με δήμους, περιφέρειες και άλλες δημόσιες υπηρεσίες.
Αυτή η συσσωρευμένη γνώση αποτελεί περιουσία του Δημοσίου. Η πιθανότητα απομάκρυνσης έμπειρου προσωπικού δεν είναι μόνο εργασιακό πρόβλημα των ίδιων των εργαζομένων. Είναι κίνδυνος απώλειας θεσμικής μνήμης και επιχειρησιακής ικανότητας. Το κόστος αυτής της απώλειας δεν αποτυπώνεται εύκολα σε έναν ετήσιο προϋπολογισμό. Γίνεται όμως απολύτως ορατό όταν εκδηλώνεται μία νέα καταστροφή και ο κρατικός μηχανισμός καλείται να ανταποκριθεί άμεσα, με επάρκεια και ταχύτητα.
Το Δημόσιο πληρώνει ανθρώπους που δεν του επιτρέπεται να αξιοποιήσει πλήρως
Το προσωρινό καθεστώς δεν περιορίζει μόνο την ασφάλεια των εργαζομένων. Περιορίζει και τις δυνατότητες της ίδιας της διοίκησης.
Ένας εργαζόμενος μπορεί να διαθέτει πολυετή εμπειρία, επιστημονική κατάρτιση και όλα τα ουσιαστικά και τυπικά προσόντα, αλλά ως ΙΔΟΧ δεν μπορεί να αξιοποιηθεί σε θέση ευθύνης εξαιτίας της μορφής της σύμβασής του. Έτσι, η υπηρεσία στερείται τη δυνατότητα να οργανώσει το ανθρώπινο δυναμικό της με βάση τις πραγματικές ικανότητες και ανάγκες της. Η αδυναμία ανάθεσης ευθυνών, η έλλειψη υπηρεσιακής προοπτικής και η διαρκής αβεβαιότητα επηρεάζουν την αποτελεσματικότητα, την πρωτοβουλία και τη συνοχή.
Το γεγονός ότι δεν είναι εύκολο να υπολογιστεί με ακρίβεια πόσο κοστίζει αυτή η μειωμένη οργανωτική ευελιξία δεν σημαίνει ότι το κόστος δεν υπάρχει. Στη δημόσια διοίκηση, όπως και στον ιδιωτικό τομέα, η κακή διαχείριση ανθρώπινου δυναμικού αποτελεί οικονομική απώλεια. Όταν το κράτος δεν μπορεί να αξιοποιήσει τους ανθρώπους του σύμφωνα με την εμπειρία και τις δυνατότητές τους, καταβάλλει μισθούς χωρίς να απολαμβάνει το σύνολο της αξίας που το προσωπικό μπορεί να παράγει.
Το κράτος αναπαράγει το πρόβλημα που καλείται να διαχειριστεί
Το πρόβλημα της επαναλαμβανόμενης αξιολόγησης ανά 6- 8 μήνες δεν αποτελεί μία ιδιωτική υπόθεση των εργαζομένων και των οικογενειών τους αλλά εισέρχεται αναπόφευκτα στην καθημερινή λειτουργία της υπηρεσίας. Χρόνος και ενέργεια μετατοπίζονται από το έργο της αποκατάστασης και καταναλώνονται σε συζητήσεις, συνελεύσεις, κινητοποιήσεις, αιτήματα, συναντήσεις και παρεμβάσεις. Η «ομηρία» των εργαζομένων, μπορεί αρχικά να προβάλει ως εξαιρετικό πεδίο πελατειακής λειτουργίας, όμως τελικά, η πολιτική ηγεσία πιέζεται ή εκτίθεται στον κοινοβουλευτικό έλεγχο. Το κράτος, δηλαδή, δαπανά πολιτικό, διοικητικό και ανθρώπινο κεφάλαιο για να αναπαράγει την προσωρινότητα που το ίδιο έχει δημιουργήσει. Το κόστος αυτό είναι υπαρκτό, ακόμη και όταν δεν καταγράφεται σε διακριτό κωδικό του κρατικού προϋπολογισμού.
Η κοστολόγηση πρέπει να συγκρίνει δύο πραγματικές λύσεις
Μία σοβαρή δημοσιονομική αποτίμηση δεν μπορεί να περιορίζεται στη διαφορά του άμεσου μισθολογικού κόστους.
Πρέπει να συνυπολογίζει το επαναλαμβανόμενο διοικητικό κόστος των παρατάσεων, το κόστος νέων διαδικασιών πρόσληψης και εκπαίδευσης, την απώλεια παραγωγικότητας κατά την περίοδο προσαρμογής νέου προσωπικού, την οικονομική αξία της συσσωρευμένης εμπειρίας και την υποαξιοποίηση εργαζομένων που δεν μπορούν να αναλάβουν θέσεις ευθύνης. Πρέπει επίσης να υπολογίζει τις συνέπειες μιας ανεπαρκούς ή συνεχώς μεταβαλλόμενης στελέχωσης στην ταχύτητα των αυτοψιών, των εγκρίσεων και των διαδικασιών αποκατάστασης.
Οι καθυστερήσεις αυτές δεν επηρεάζουν μόνο τη λειτουργία μιας δημόσιας υπηρεσίας. Επηρεάζουν τους πληγέντες πολίτες, την επιστροφή τους στις κατοικίες τους και την οικονομική δραστηριότητα ολόκληρων περιοχών. Είναι απαραίτητη αυτή η σύγκριση για τον προσδιορισμό της πραγματικής δημοσιονομικής διαφοράς ανάμεσα στο προσωρινό και στο σταθερό μοντέλο στελέχωσης. Διαφορετικά, η επίκληση του δημοσιονομικού κόστους ως αυτονόητου εμποδίου δεν αποτελεί τεκμηριωμένο συμπέρασμα αλλά μία αναπόδεικτη υπόθεση – και ίσως μία βολική υπεκφυγή.
Η επίσημη κοστολόγηση είναι ευθύνη της κυβέρνησης
Ένας σύλλογος εργαζομένων μπορεί και οφείλει να καταθέσει τα ουσιαστικά δεδομένα που προκύπτουν από την καθημερινή λειτουργία μιας υπηρεσίας. Μπορεί να περιγράψει τα προβλήματα, να αναδείξει τις πραγματικές ανάγκες και να προτείνει συγκεκριμένες θεσμικές λύσεις.
Δεν διαθέτει, όμως, το σύνολο των στοιχείων που απαιτούνται για μία πλήρη δημοσιονομική μελέτη.
Δεν έχει πρόσβαση σε όλα τα μισθολογικά, ασφαλιστικά και συνταξιοδοτικά δεδομένα ούτε μπορεί να γνωρίζει εκ των προτέρων την ακριβή μορφή της νομοθετικής λύσης την οποία θα επιλέξει η κυβέρνηση.
Η επίσημη κοστολόγηση ανήκει στη Διοίκηση.
Τα αρμόδια υπουργεία και οι οικονομικές υπηρεσίες διαθέτουν τα στοιχεία, τους μηχανισμούς και την τεχνική δυνατότητα να συγκρίνουν διαφορετικά σενάρια. Μπορούν να υπολογίσουν το κόστος συνέχισης του σημερινού καθεστώτος, το κόστος μιας σταθερής θεσμικής λύσης και την πραγματική δημοσιονομική διαφορά.
Συμπερασματικά, η επίκληση της απουσίας μιας οικονομοτεχνικής μελέτης από την πλευρά των εργαζομένων ως δήθεν ελλείμματος της πρότασής τους αντιστρέφει την πραγματικότητα.
Η κυβέρνηση, η οποία δημιούργησε και διατήρησε επί οκτώ χρόνια το καθεστώς προσωρινότητας, δεν μπορεί να απαιτεί από τους εργαζομένους να υποκαταστήσουν τις οικονομικές υπηρεσίες του κράτους. Αν θεωρεί ότι μία οριστική λύση είναι δημοσιονομικά ασύμφορη, οφείλει να το αποδείξει με συγκριτικά στοιχεία, όχι να το επικαλείται αόριστα ούτε να το υπονοεί.
Το πραγματικό δημοσιονομικό ερώτημα
Το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι αν η σταθερή εργασία έχει κόστος. Προφανώς έχει.
Το πραγματικό ερώτημα είναι αν κοστίζει περισσότερο από τη διαρκή αβεβαιότητα.
Πόσο κοστολογούνται οι επαναλαμβανόμενες παρατάσεις;
Πόσο κοστολογείται η απώλεια έμπειρου προσωπικού;
Πόσο κοστολογείται η εκπαίδευση νέων εργαζομένων, που διαρκώς αντικαθιστούν τους παραιτηθέντες;
Πόσο κοστολογείται η αδυναμία αξιοποίησης έμπειρων υπαλλήλων σε θέσεις ευθύνης;
Πόσο κοστολογούνται οι καθυστερήσεις στην αποκατάσταση μιας πληγείσας περιοχής;
Τελικά, πόσο κοστίζει ένα κράτος που αρνείται να οργανώσει με σταθερό και ορθολογικό τρόπο μία υπηρεσία της οποίας οι ανάγκες είναι μόνιμες και αυξανόμενες;
Η δημοσιονομική υπευθυνότητα δεν ταυτίζεται με τη διατήρηση της φθηνότερης δυνατής εργασιακής σχέσης.
Αντίθετα, οφείλει να εμπεριέχει τη βέλτιστη αξιοποίηση των δημόσιων πόρων, του ανθρώπινου δυναμικού και της συσσωρευμένης γνώσης.
Σε μία εποχή κατά την οποία οι φυσικές καταστροφές δοκιμάζουν όλο και συχνότερα τον κρατικό μηχανισμό, η επένδυση στη συνέχεια, στην εμπειρία και στη θεσμική επάρκεια των υπηρεσιών αποκατάστασης δεν αποτελεί μόνο εργασιακή επιλογή.
Αποτελεί επιλογή ορθολογικής δημόσιας διοίκησης και πραγματικής δημοσιονομικής ευθύνης.
ΓΔΑΕΦΚ
Στη Γενική Διεύθυνση Αποκατάστασης Επιπτώσεων Φυσικών Καταστροφών (ΓΔΑΕΦΚ) απασχολούνται σήμερα περίπου 300 μηχανικοί και διοικητικοί υπάλληλοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες συμπληρώνουν πλέον οκτώ έτη συνεχούς διάρκειας.
Το τελευταίο διάστημα οι εργαζόμενοι ξεκίνησαν μαζικές κινητοποιήσεις, οι οποίες, σύμφωνα με τις νέες αποφάσεις της Γενικής τους Συνέλευσης, θα συνεχιστούν και το φθινόπωρο.
Οι εργαζόμενοι καταθέτουν συγκεκριμένη πρόταση για την άμεση και οριστική διευθέτηση του εργασιακού καθεστώτος, μέσω νομοθετικής ρύθμισης που περιλαμβάνει δύο μεταβατικές διατάξεις. (ΓΣ ΣΕΑΕΦΚ 09-07-26)
