Share
Γράφει ο ∗ Αντώνιος Κοτσώνης: Πολιτικός Μηχανικός ΕΜΠ, MSc – Επίτιμος γενικός διευθυντής Υδραυλικών, Λιμενικών, κτηριακών Υποδομών ΥΠ. Υ, ΜΕ., ε.τ. ΔΙΔΑΚΤΟΡΑΣ ΠΟΛ.ΜΗΧ. του ΠΑ.Δ.Α.
Γιατί η ενίσχυση των μηχανικών του Δημοσίου δεν αποτελεί συντεχνιακή διεκδίκηση αλλά εθνική αναπτυξιακή αναγκαιότητα.
Τις τελευταίες δεκαετίες η Ελλάδα πραγματοποίησε μία από τις μεγαλύτερες επενδύσεις υποδομών στη σύγχρονη ιστορία της. Αυτοκινητόδρομοι, γέφυρες, σήραγγες, αεροδρόμια, λιμένες, φράγματα, νοσοκομεία, σχολεία, ενεργειακά και υδραυλικά δίκτυα άλλαξαν την εικόνα της χώρας και βελτίωσαν ουσιαστικά την ποιότητα ζωής των πολιτών.
Στη δημόσια συζήτηση γίνεται συνήθως αναφορά στις κυβερνήσεις, στις χρηματοδοτήσεις, στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή στους αναδόχους που κατασκευάζουν τα έργα. Σπανιότερα όμως αναδεικνύεται ο ρόλος εκείνων που βρίσκονται πίσω από τον σχεδιασμό, τον έλεγχο, την επίβλεψη, τη διαχείριση και την τελική παράδοσή τους στην κοινωνία.
Πρόκειται για τους Μηχανικούς της Δημόσιας Διοίκησης. Τους επιστήμονες που στελεχώνουν τα Υπουργεία, τις Περιφέρειες, τους Δήμους, τις Τεχνικές Υπηρεσίες, τις Υπηρεσίες Δόμησης, τους φορείς υποδομών και τα τεχνικά συμβούλια του κράτους.
Η πρόσφατη συζήτηση για την επαναφορά του ειδικού επιδόματος των Μηχανικών που εμπλέκονται στην παραγωγή δημοσίων επενδύσεων δεν αφορά απλώς ένα οικονομικό αίτημα. Αφορά ένα πολύ βαθύτερο ερώτημα:
Ποια θέση επιφυλάσσει το ελληνικό κράτος στους ανθρώπους που σχεδιάζουν, προστατεύουν και διαχειρίζονται τον δημόσιο τεχνικό πλούτο της χώρας;
Το ερώτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία σήμερα. Η Ελλάδα εισέρχεται σε μια νέα εποχή όπου η κλιματική προσαρμογή, η ενεργειακή μετάβαση, η ψηφιοποίηση των υποδομών, η αντισεισμική προστασία, η πολιτική προστασία και η ανθεκτικότητα των πόλεων απαιτούν ένα κράτος με υψηλή τεχνική επάρκεια.
Το κράτος του 2040 δεν θα αξιολογηθεί μόνο από το πόσα έργα θα κατασκευάσει. Θα αξιολογηθεί από το πόσο αποτελεσματικά θα μπορέσει να διαχειριστεί, να συντηρήσει, να αναβαθμίσει και να προστατεύσει τις υποδομές που ήδη διαθέτει.
Η επόμενη μεγάλη πρόκληση δεν είναι μόνο η κατασκευή νέων έργων. Είναι η διαχείριση του κύκλου ζωής των υποδομών. Είναι η προστασία των γεφυρών, των φραγμάτων, των σηράγγων, των σχολείων, των νοσοκομείων, των δικτύων ύδρευσης και ενέργειας που δημιουργήθηκαν με τους φόρους των πολιτών και με ευρωπαϊκούς πόρους.
Στο επίκεντρο αυτής της νέας πραγματικότητας βρίσκεται ο Μηχανικός της Δημόσιας Διοίκησης. Όχι ως απλός δημόσιος υπάλληλος. Αλλά ως ο επιστήμονας που μετατρέπει τη δημόσια πολιτική σε πραγματικό αποτέλεσμα. Ως ο εγγυητής της ασφάλειας των υποδομών. Ως ο θεματοφύλακας της ορθής χρήσης των δημόσιων πόρων. Ως ο άνθρωπος που κρατά σε λειτουργία το τεχνικό κράτος.

Ο ρόλος των μηχανικών στην ανάπτυξη της χώρας
Η ιστορία όλων των ανεπτυγμένων κρατών αποδεικνύει ότι η ανάπτυξη δεν στηρίζεται μόνο στο κεφάλαιο ή στις επιχειρήσεις. Στηρίζεται στις υποδομές. Καμία χώρα δεν μπορεί να είναι ανταγωνιστική χωρίς ασφαλείς μεταφορές, αξιόπιστα δίκτυα ενέργειας, επαρκείς υδάτινους πόρους, σύγχρονα νοσοκομεία, σχολεία και ψηφιακά δίκτυα. Οι υποδομές αποτελούν τον σκελετό της οικονομίας.Και οι άνθρωποι που σχεδιάζουν, διαχειρίζονται και προστατεύουν αυτόν τον σκελετό είναι οι Μηχανικοί.
Ο δημόσιος μηχανικός κατέχει μια ιδιαίτερη θέση στο αναπτυξιακό οικοδόμημα της χώρας. Είναι ο κρίκος που συνδέει την πολιτική απόφαση με το πραγματικό έργο. Μετατρέπει μια χρηματοδότηση σε υποδομή. Ένα σχέδιο σε πραγματικότητα.
Μια δημόσια πολιτική σε μετρήσιμο κοινωνικό αποτέλεσμα. Κάθε δημόσια επένδυση διέρχεται από μια αλυσίδα τεχνικών διαδικασιών: μελέτη, αδειοδότηση, περιβαλλοντική αξιολόγηση, δημοπράτηση, σύμβαση, επίβλεψη, πιστοποίηση, παραλαβή, λειτουργία και συντήρηση. Σε κάθε στάδιο απαιτείται η παρουσία και η υπογραφή μηχανικού.
Με άλλα λόγια, οι δημόσιες επενδύσεις δεν παράγονται από τα χρήματα. Παράγονται από ανθρώπους με εξειδικευμένη γνώση. Παράγονται από δημόσιους μηχανικούς. Η πραγματικότητα αυτή είναι ιδιαίτερα εμφανής στην αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων.
Το ΕΣΠΑ, το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων και τα μεγάλα χρηματοδοτικά εργαλεία δεν αρκεί να υπάρχουν. Πρέπει να μετατρέπονται σε ώριμα έργα. Και αυτή η μετατροπή γίνεται μέσα από τις δημόσιες τεχνικές υπηρεσίες.
Οι διεθνείς οργανισμοί αναγνωρίζουν εδώ και χρόνια ότι η ποιότητα της δημόσιας τεχνικής διοίκησης αποτελεί κρίσιμο παράγοντα επιτυχίας των δημοσίων επενδύσεων.
Οι χώρες που διαθέτουν ισχυρούς τεχνικούς μηχανισμούς επιτυγχάνουν καλύτερο σχεδιασμό, ταχύτερη υλοποίηση, μικρότερες υπερβάσεις κόστους και μεγαλύτερη προστασία του δημόσιου συμφέροντος.
Η Ελλάδα οφείλει να αντιμετωπίσει τους δημόσιους μηχανικούς ακριβώς ως αυτό που πραγματικά είναι:
- Όχι ως μία ακόμη επαγγελματική κατηγορία.
- Αλλά ως κρίσιμο αναπτυξιακό κεφάλαιο της χώρας.
Επιστημονική ευθύνη
Οι τεράστιες ευθύνες που αναλαμβάνουν οι μηχανικοί του Δημοσίου
Εάν ο ρόλος των Μηχανικών του Δημοσίου είναι κρίσιμος, οι ευθύνες που αναλαμβάνουν είναι ακόμη μεγαλύτερες. Λίγες επαγγελματικές κατηγορίες στη Δημόσια Διοίκηση συνδυάζουν τόσο υψηλό επίπεδο επιστημονικής γνώσης, τόσο μεγάλη διαχειριστική ευθύνη και τόσο σημαντική προσωπική έκθεση σε πειθαρχικούς, αστικούς, δημοσιονομικούς και ποινικούς κινδύνους.
Η υπογραφή ενός δημόσιου μηχανικού δεν είναι μια τυπική διοικητική πράξη. Παράγει τεχνικά, οικονομικά και νομικά αποτελέσματα. Επηρεάζει ανθρώπινες ζωές, δημόσιους πόρους, περιουσίες, επιχειρήσεις και κρίσιμες υποδομές. Ο μηχανικός που εγκρίνει μια γέφυρα, ένα σχολείο, ένα νοσοκομείο ή ένα φράγμα αναλαμβάνει ευθύνη για την ασφαλή λειτουργία τους.
Ο μηχανικός που παραλαμβάνει ένα έργο πιστοποιεί ότι κατασκευάστηκε σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης. Ο μηχανικός που εγκρίνει ένα αντιπλημμυρικό έργο αναλαμβάνει ουσιαστικά ευθύνη για την προστασία ολόκληρων περιοχών. Η ευθύνη αυτή είναι τετραπλή.
- Πρώτον, επιστημονική. Οφείλει να εφαρμόζει τους κανόνες της επιστήμης και τις διεθνείς τεχνικές προδιαγραφές.
- Δεύτερον, διοικητική. Υποχρεούται να εφαρμόζει ένα ιδιαίτερα σύνθετο νομοθετικό πλαίσιο δημοσίων συμβάσεων, περιβάλλοντος, πολεοδομίας και διοικητικού δικαίου.
- Τρίτον, οικονομική. Διαχειρίζεται έργα και συμβάσεις που συχνά ανέρχονται σε δεκάδες ή εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ.
- Τέταρτον, ποινική και αστική. Σε περίπτωση ατυχήματος ή αστοχίας μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος με δικαστικές διαδικασίες ακόμη και πολλά χρόνια μετά τη λήψη μιας απόφασης.
Η ευθύνη αυτή γίνεται ακόμη πιο σύνθετη στην εποχή της κλιματικής κρίσης. Οι δημόσιοι μηχανικοί καλούνται πλέον να αξιολογούν όχι μόνο αν μια υποδομή λειτουργεί σήμερα σωστά, αλλά αν θα συνεχίσει να λειτουργεί με ασφάλεια για τις επόμενες δεκαετίες.
Καλούνται να λαμβάνουν αποφάσεις για τη σεισμική ανθεκτικότητα, τον πλημμυρικό κίνδυνο, τις κατολισθήσεις, την ενεργειακή απόδοση και την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή. Η πραγματική διάσταση αυτής της ευθύνης γίνεται εμφανής όταν εξετάσουμε τις κρίσιμες υποδομές.
- Ποιος πιστοποιεί ότι ένα φράγμα λειτουργεί με ασφάλεια;
- Ποιος αξιολογεί την κατάσταση μιας μεγάλης γέφυρας;
- Ποιος ελέγχει μια σήραγγα μετά από ένα ακραίο συμβάν;
- Ποιος κρίνει αν ένα σχολείο ή ένα νοσοκομείο μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί μετά από έναν ισχυρό σεισμό;
Η απάντηση είναι πάντα η ίδια: Οι Μηχανικοί της Δημόσιας Διοίκησης. Σε όλες τις προηγμένες ευρωπαϊκές χώρες, αυτή η ιδιαιτερότητα αναγνωρίζεται θεσμικά και μισθολογικά. Οι μηχανικοί δεν θεωρούνται απλώς διοικητικοί υπάλληλοι. Θεωρούνται προσωπικό υψηλής ευθύνης και στρατηγικής σημασίας.
Η Ελλάδα καλείται να αναγνωρίσει την ίδια πραγματικότητα. Διότι ένα κράτος που απαιτεί τεράστιες ευθύνες χωρίς αντίστοιχη θεσμική και οικονομική αναγνώριση κινδυνεύει να χάσει το σημαντικότερο κεφάλαιό του: Την τεχνική του επάρκεια.

Τι δείχνει η διεθνής εμπειρία
Η Ελλάδα, η Ευρώπη και οι διεθνείς οργανισμοί: Μία δυσάρεστη σύγκριση για τη θέση, τη στελέχωση και την αξιοποίηση των μηχανικών
Η συζήτηση για τον ρόλο των Μηχανικών του Δημοσίου δεν μπορεί να γίνεται αποκομμένη από τη διεθνή πραγματικότητα. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο πώς αντιμετωπίζει η Ελλάδα τους δημόσιους μηχανικούς της. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι πώς αντιμετωπίζουν τους αντίστοιχους επιστήμονες τα προηγμένα ευρωπαϊκά κράτη και οι μεγάλοι διεθνείς οργανισμοί. Η απάντηση είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική.
Στη Γερμανία, στη Γαλλία, στην Ολλανδία, στις Σκανδιναβικές χώρες αλλά και στους μεγάλους ευρωπαϊκούς θεσμούς, οι μηχανικοί αποτελούν βασικό πυλώνα της κρατικής λειτουργίας. Δεν αντιμετωπίζονται ως απλοί διοικητικοί υπάλληλοι. Αντιμετωπίζονται ως στελέχη υψηλής εξειδίκευσης που διαχειρίζονται δημόσιες επενδύσεις, κρίσιμες υποδομές και στρατηγικά περιουσιακά στοιχεία του κράτους.
Η διαφοροποίηση αυτή αποτυπώνεται όχι μόνο στις αποδοχές αλλά και στη θέση τους μέσα στη διοικητική ιεραρχία, στις δυνατότητες εξέλιξης, στη συνεχή κατάρτιση και στις συνθήκες εργασίας. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η φιλοσοφία με την οποία οι προηγμένες χώρες αντιμετωπίζουν τις υποδομές.
Οι γέφυρες, τα φράγματα, τα σιδηροδρομικά δίκτυα, τα αεροδρόμια, τα δίκτυα ύδρευσης και ενέργειας θεωρούνται Δημόσια Περιουσιακά Στοιχεία (Public Assets – Δημόσια Περιουσιακά Στοιχεία) μεγάλης οικονομικής αξίας. Κατά συνέπεια, οι μηχανικοί που τα διαχειρίζονται θεωρούνται διαχειριστές δημόσιου πλούτου.
Αξιολογούνται όχι μόνο με βάση πόσα έργα υλοποιούν, αλλά και με βάση:
- την ασφάλεια των υποδομών,
- τη διάρκεια ζωής τους,
- τη μείωση των κινδύνων,
- την ανθεκτικότητα,
- τη βελτιστοποίηση του κόστους συντήρησης.
Η προσέγγιση αυτή απουσιάζει ακόμη σε σημαντικό βαθμό από την ελληνική δημόσια συζήτηση. Ακόμη μεγαλύτερη σημασία έχει η στελέχωση των δημόσιων τεχνικών υπηρεσιών.
Στις περισσότερες προηγμένες χώρες, το κράτος διατηρεί ισχυρό τεχνικό πυρήνα επειδή θεωρεί ότι ο τελικός έλεγχος των υποδομών δεν μπορεί να ανατεθεί αποκλειστικά στην αγορά. Ο ιδιωτικός τομέας μελετά, κατασκευάζει και συμβουλεύει. Το κράτος όμως ελέγχει, αξιολογεί και αποφασίζει. Η διάκριση αυτή αποτελεί θεμελιώδη αρχή όλων των ανεπτυγμένων διοικήσεων.
Δεν υπάρχει σοβαρό ευρωπαϊκό κράτος που να βασίζεται αποκλειστικά σε εξωτερικούς συμβούλους για την άσκηση των τεχνικών του αρμοδιοτήτων. Και αυτό διότι η τεχνική γνώση αποτελεί στοιχείο κρατικής ισχύος. Η πραγματικότητα αυτή αποτυπώνεται και στους μεγάλους διεθνείς οργανισμούς.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (European Investment Bank – Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων), η Παγκόσμια Τράπεζα (World Bank – Παγκόσμια Τράπεζα), η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης (European Bank for Reconstruction and Development – Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης) και ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Διαστήματος (European Space Agency – Ευρωπαϊκός Οργανισμός Διαστήματος) απασχολούν μεγάλο αριθμό μηχανικών σε θέσεις ευθύνης.
Οι οργανισμοί αυτοί έχουν αντιληφθεί ότι η ανάπτυξη, η ανθεκτικότητα, η ενεργειακή μετάβαση και οι σύγχρονες υποδομές δεν μπορούν να σχεδιαστούν μόνο από διοικητικά ή οικονομικά στελέχη. Απαιτούν ισχυρή τεχνική γνώση. Απαιτούν μηχανικούς. Η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με μια κρίσιμη αντίφαση.
Απαιτεί από τους δημόσιους μηχανικούς:
- πενταετείς πολυτεχνικές σπουδές,
- επίπεδο Integrated Master (Ενιαίος και Αδιάσπαστος Τίτλος Μεταπτυχιακού Επιπέδου),
- εξειδικευμένες γνώσεις,
- συνεχή επιμόρφωση,
- διαχείριση πολύπλοκων έργων,
- ανάληψη προσωπικής ευθύνης.
Την ίδια στιγμή όμως δεν έχει κατορθώσει να διαμορφώσει ένα πλήρως ανταγωνιστικό πλαίσιο προσέλκυσης και διατήρησης αυτού του ανθρώπινου δυναμικού.
Το πρόβλημα αυτό γίνεται ακόμη πιο ορατό σε μια εποχή όπου η αγορά εργασίας είναι πλέον διεθνής.Ένας νέος μηχανικός μπορεί να εργαστεί σε ευρωπαϊκούς οργανισμούς, σε διεθνείς εταιρείες ή σε μεγάλους τεχνικούς ομίλους σε ολόκληρο τον κόσμο. Ο ανταγωνισμός για το ανθρώπινο κεφάλαιο δεν διεξάγεται πλέον μόνο εντός των εθνικών συνόρων.
Το σημαντικότερο όμως δίδαγμα της διεθνούς εμπειρίας δεν αφορά μόνο τις αμοιβές. Αφορά τη φιλοσοφία. Τα προηγμένα κράτη δεν αντιμετωπίζουν τις δημόσιες τεχνικές υπηρεσίες ως διοικητικό κόστος. Τις αντιμετωπίζουν ως επένδυση.
Γνωρίζουν ότι ένας ισχυρός δημόσιος τεχνικός μηχανισμός αυξάνει την παραγωγικότητα της οικονομίας, βελτιώνει την ποιότητα των υποδομών, μειώνει τους κινδύνους και προστατεύει τον δημόσιο πλούτο. Αυτό ακριβώς είναι το σημείο στο οποίο πρέπει να συγκλίνει και η Ελλάδα.
Διότι η πραγματική συζήτηση δεν αφορά μόνο τους μηχανικούς. Αφορά το εάν η χώρα θέλει να διαθέτει το 2040 ένα κράτος με ισχυρή τεχνική επάρκεια ή ένα κράτος που θα εξαρτάται ολοένα και περισσότερο από τρίτους για την άσκηση κρίσιμων λειτουργιών του.

Η μισθολογική απαξίωση των μηχανικών και οι συνέπειες στην αξία του κράτους
Ένα από τα μεγαλύτερα λάθη της δημόσιας συζήτησης είναι ότι αντιμετωπίζει το ζήτημα των αποδοχών των Μηχανικών του Δημοσίου ως ένα στενά συντεχνιακό θέμα. Στην πραγματικότητα πρόκειται για ζήτημα ποιότητας του κράτους.
Κανένα σύγχρονο κράτος δεν μπορεί να διατηρήσει υψηλό επίπεδο τεχνικής επάρκειας όταν αδυνατεί να προσελκύσει και να διατηρήσει τους επιστήμονες που τη διασφαλίζουν. Η Ελλάδα ζητά από τους μηχανικούς υψηλότατο επίπεδο εκπαίδευσης, διαρκή επιμόρφωση, διαχείριση σύνθετων έργων και ανάληψη σημαντικών ευθυνών.
Ωστόσο, η μισθολογική τους μεταχείριση παραμένει σε μεγάλο βαθμό εγκλωβισμένη στη λογική ενός γενικού διοικητικού πλαισίου. Η αναντιστοιχία αυτή δημιουργεί ένα σοβαρό πρόβλημα στρατηγικού χαρακτήρα. Οι νέοι επιστήμονες καλούνται να συγκρίνουν τις απαιτήσεις και τις ευθύνες του Δημοσίου με τις επαγγελματικές ευκαιρίες που προσφέρει ο ιδιωτικός τομέας ή η διεθνής αγορά εργασίας. Και η σύγκριση αυτή γίνεται ολοένα δυσμενέστερη για τις δημόσιες τεχνικές υπηρεσίες.
Οι συνέπειες είναι ήδη ορατές. Πολλές υπηρεσίες δυσκολεύονται να προσελκύσουν νέους μηχανικούς. Άλλες αντιμετωπίζουν σοβαρό πρόβλημα ανανέωσης προσωπικού. Ταυτόχρονα, ένα σημαντικό μέρος των έμπειρων στελεχών πλησιάζει στη συνταξιοδότηση. Το ζήτημα δεν είναι μόνο αριθμητικό. Είναι ποιοτικό.
Κάθε μηχανικός που αποχωρεί παίρνει μαζί του δεκαετίες εμπειρίας, γνώση έργων, τεχνική μνήμη και διοικητική τεχνογνωσία που δεν αναπληρώνεται εύκολα. Εάν η τάση αυτή συνεχιστεί, το πραγματικό κόστος δεν θα το πληρώσουν οι μηχανικοί. Θα το πληρώσει το κράτος. Η μισθολογική αναβάθμιση των μηχανικών δεν πρέπει επομένως να αντιμετωπίζεται ως προνόμιο.
Πρέπει να αντιμετωπίζεται ως εργαλείο δημόσιας πολιτικής. Ως μέσο διατήρησης της τεχνικής επάρκειας του κράτους. Ως επένδυση στην ποιότητα των υποδομών. Ως επένδυση στην απορρόφηση ευρωπαϊκών πόρων. Ως επένδυση στην ασφάλεια των πολιτών. Διότι το πραγματικό ερώτημα δεν είναι πόσο κοστίζει ένας δημόσιος μηχανικός. Το πραγματικό ερώτημα είναι πόσο κοστίζει η απουσία του.
Για πολλές δεκαετίες η δημόσια συζήτηση γύρω από τις υποδομές επικεντρωνόταν σχεδόν αποκλειστικά στην κατασκευή νέων έργων. Η επιτυχία μετριόταν σε χιλιόμετρα αυτοκινητοδρόμων, σε νέες γέφυρες, σε νέα φράγματα και σε μεγάλα τεχνικά έργα.
Σήμερα όμως η πραγματικότητα έχει αλλάξει. Η Ελλάδα διαθέτει πλέον ένα τεράστιο απόθεμα υποδομών, το οποίο δημιουργήθηκε με τεράστιες δημόσιες επενδύσεις, ευρωπαϊκούς πόρους και προσπάθειες πολλών γενεών. Το πραγματικό ζητούμενο δεν είναι πλέον μόνο η κατασκευή νέων έργων.
Είναι η προστασία, η συντήρηση, η αναβάθμιση και η παράταση της ζωής όσων ήδη διαθέτουμε. Αυτή ακριβώς είναι η μεγάλη πρόκληση του 21ου αιώνα. Και στο επίκεντρο αυτής της πρόκλησης βρίσκεται ο Μηχανικός της Δημόσιας Διοίκησης.
Στις προηγμένες χώρες έχει πλέον επικρατήσει η έννοια της Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Υποδομών (Infrastructure Asset Management – Διαχείριση Περιουσιακών Στοιχείων Υποδομών).
Σύμφωνα με αυτή τη φιλοσοφία, μια υποδομή δεν αντιμετωπίζεται ως ένα έργο που ολοκληρώνεται με την κατασκευή του. Αντιμετωπίζεται ως ένα δημόσιο περιουσιακό στοιχείο που πρέπει να παρακολουθείται και να διαχειρίζεται σε ολόκληρο τον κύκλο ζωής του:
- από τον σχεδιασμό,
- στην κατασκευή,
- στη λειτουργία,
- στη συντήρηση,
- στην αναβάθμιση,
- και τελικά στην αντικατάσταση ή ανακατασκευή του.
Η προσέγγιση αυτή μεταβάλλει ριζικά τον ρόλο του δημόσιου μηχανικού. Δεν είναι πλέον μόνο ο επιβλέπων ενός έργου. Είναι ο διαχειριστής της αξίας του για πολλές δεκαετίες. Η σημασία αυτής της αποστολής γίνεται εύκολα αντιληπτή όταν εξετάσουμε τις κρίσιμες υποδομές της χώρας.
Οι γέφυρες, τα φράγματα, οι σήραγγες, τα λιμάνια, τα νοσοκομεία, τα σχολεία, τα δίκτυα ύδρευσης και οι ενεργειακές εγκαταστάσεις αποτελούν δημόσιο πλούτο τεράστιας αξίας. Η κατασκευή τους κόστισε δισεκατομμύρια ευρώ. Η αντικατάστασή τους θα απαιτούσε ακόμη περισσότερα.
Η προστασία τους επομένως αποτελεί οικονομική, κοινωνική και εθνική προτεραιότητα. Και αυτή η προστασία δεν γίνεται αυτόματα. Απαιτεί συνεχή τεχνική παρακολούθηση, επιθεωρήσεις, αξιολογήσεις κινδύνου, συντήρηση και έγκαιρες παρεμβάσεις. Απαιτεί δημόσιους μηχανικούς.
Η κλιματική κρίση καθιστά τον ρόλο αυτό ακόμη σημαντικότερο. Οι υποδομές που σχεδιάστηκαν πριν από τριάντα ή σαράντα χρόνια λειτουργούν πλέον σε εντελώς διαφορετικές συνθήκες. Πλημμύρες, παρατεταμένοι καύσωνες, ακραία καιρικά φαινόμενα, πυρκαγιές και νέοι περιβαλλοντικοί κίνδυνοι δοκιμάζουν καθημερινά τα όρια των υφιστάμενων κατασκευών.
Οι δημόσιοι μηχανικοί καλούνται πλέον όχι μόνο να διαπιστώνουν προβλήματα αλλά να τα προβλέπουν. Να αξιολογούν κινδύνους πριν αυτοί μετατραπούν σε καταστροφές. Να σχεδιάζουν παρεμβάσεις πριν εμφανιστούν οι αστοχίες. Να προστατεύουν ζωές, περιουσίες και δημόσιους πόρους.Στην πραγματικότητα, οι δημόσιοι μηχανικοί λειτουργούν ως οι «γιατροί» των υποδομών.
Παρακολουθούν την κατάστασή τους. Διαγιγνώσκουν προβλήματα. Αξιολογούν κινδύνους. Σχεδιάζουν παρεμβάσεις. Παρακολουθούν την αποτελεσματικότητα των μέτρων που λαμβάνονται.
Όπως κανείς δεν θα εμπιστευόταν την υγεία ενός πληθυσμού χωρίς γιατρούς, έτσι καμία σύγχρονη χώρα δεν μπορεί να προστατεύσει τις υποδομές της χωρίς ισχυρές δημόσιες τεχνικές υπηρεσίες. Η ανάγκη αυτή γίνεται ακόμη πιο κρίσιμη όταν εξετάζουμε έργα υψηλού κινδύνου και μεγάλης σημασίας.
- Ποιος παρακολουθεί την ασφάλεια ενός μεγάλου φράγματος που προστατεύει ολόκληρες περιοχές;
- Ποιος αξιολογεί τη δομική κατάσταση μιας γέφυρας στρατηγικής σημασίας;
- Ποιος ελέγχει τις σήραγγες μεγάλου μήκους;
- Ποιος πιστοποιεί τη λειτουργική επάρκεια των σχολείων και των νοσοκομείων μετά από έναν ισχυρό σεισμό;
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι μόνο «ο εξωτερικός σύμβουλος».
Ο τελικός θεματοφύλακας του δημοσίου συμφέροντος πρέπει να είναι το ίδιο το κράτος. Και το κράτος ασκεί αυτή την αποστολή μέσω των δημόσιων μηχανικών του. Εδώ ακριβώς εμφανίζεται και μια έννοια που αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία διεθνώς: η τεχνική κυριαρχία του κράτους.
Όπως ένα κράτος χρειάζεται οικονομική και ενεργειακή ασφάλεια, έτσι χρειάζεται και επαρκή τεχνική γνώση ώστε να μπορεί να αξιολογεί, να ελέγχει και να λαμβάνει ανεξάρτητες αποφάσεις για τις υποδομές του. Ένα κράτος που εξαρτάται αποκλειστικά από τρίτους για να γνωρίζει την πραγματική κατάσταση των υποδομών του χάνει σταδιακά την ικανότητα στρατηγικού σχεδιασμού.
Για τον λόγο αυτό όλες οι προηγμένες χώρες διατηρούν ισχυρούς δημόσιους τεχνικούς πυρήνες. Όχι για να υποκαταστήσουν τον ιδιωτικό τομέα. Αλλά για να μπορούν να τον ελέγχουν, να τον αξιολογούν και να προστατεύουν αποτελεσματικά το δημόσιο συμφέρον.
Η μεγαλύτερη ίσως συνεισφορά των Μηχανικών της Δημόσιας Διοίκησης δεν βρίσκεται στην κατασκευή νέων έργων. Βρίσκεται στη διατήρηση της αξίας τους στον χρόνο. Στην προστασία του δημόσιου πλούτου. Στην παράταση της διάρκειας ζωής των υποδομών. Στη μείωση του κόστους συντήρησης. Στην πρόληψη αστοχιών και καταστροφών. Στην προστασία ανθρώπινων ζωών.
Με άλλα λόγια, οι δημόσιοι μηχανικοί δεν είναι μόνο οι άνθρωποι που δημιουργούν υποδομές. Είναι οι άνθρωποι που διασφαλίζουν ότι οι επενδύσεις των προηγούμενων γενεών θα συνεχίσουν να υπηρετούν τις επόμενες. Και σε μια εποχή όπου η αξία των υποδομών της χώρας αυξάνεται διαρκώς, ο ρόλος αυτός καθίσταται σημαντικότερος από ποτέ.
Κάθε μεγάλος αυτοκινητόδρομος, κάθε αεροδρόμιο, κάθε φράγμα, κάθε λιμάνι, κάθε νοσοκομείο και κάθε σχολικό συγκρότημα που αλλάζει την καθημερινότητα των πολιτών έχει πίσω του μια μεγάλη αλλά σχεδόν αόρατη ομάδα ανθρώπων.
Τους Μηχανικούς της Δημόσιας Διοίκησης. Η κοινή γνώμη βλέπει συνήθως το τελικό αποτέλεσμα. Σπανίως όμως βλέπει τη μακρά διαδρομή που προηγείται. Ένα μεγάλο έργο δεν ξεκινά όταν μπαίνουν τα πρώτα μηχανήματα στο εργοτάξιο. Ξεκινά πολλά χρόνια νωρίτερα.
Με μελέτες, αδειοδοτήσεις, περιβαλλοντικές εγκρίσεις, τεχνικές αξιολογήσεις, χρηματοδοτήσεις, διαγωνισμούς και σύνθετες διοικητικές διαδικασίες. Σε όλα αυτά τα στάδια, ο ρόλος των δημόσιων μηχανικών είναι καθοριστικός. Χωρίς αυτούς, καμία δημόσια επένδυση δεν μπορεί να ωριμάσει, να δημοπρατηθεί, να ελεγχθεί και να ολοκληρωθεί.
Η συμβολή τους γίνεται ακόμη πιο εμφανής κατά την υλοποίηση των έργων. Ελέγχουν την ποιότητα των κατασκευών. Παρακολουθούν τα χρονοδιαγράμματα. Πιστοποιούν την πρόοδο των εργασιών. Προστατεύουν το δημόσιο συμφέρον.
Διασφαλίζουν ότι οι δημόσιοι πόροι μετατρέπονται σε πραγματικό έργο. Και όμως, η συμβολή τους σπάνια αναγνωρίζεται δημόσια. Οι πολίτες γνωρίζουν συχνά τον ανάδοχο ή τον φορέα χρηματοδότησης. Σπανίως γνωρίζουν τους ανθρώπους που ανέλαβαν την επιστημονική και διοικητική ευθύνη του έργου.
Αυτό ακριβώς καθιστά τους δημόσιους μηχανικούς έναν από τους σημαντικότερους αλλά και πιο αφανείς αναπτυξιακούς πυλώνες της χώρας.

Οι ειδικότητες που θα χρειαστεί το κράτος
Η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα μπροστά σε μια κρίσιμη στρατηγική επιλογή.
Θα επενδύσει στη δημιουργία ενός ισχυρού δημόσιου τεχνικού πυρήνα, ικανού να σχεδιάζει, να ελέγχει και να διαχειρίζεται τις υποδομές του μέλλοντος ή θα εξαρτάται ολοένα και περισσότερο από εξωτερικούς συμβούλους για την άσκηση βασικών λειτουργιών του κράτους;
Το ερώτημα αυτό δεν αφορά την αντιπαράθεση μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Οι σύγχρονες οικονομίες χρειάζονται και τους δύο. Ο ιδιωτικός τομέας παράγει καινοτομία, εξειδικευμένες υπηρεσίες και τεχνικές λύσεις.
Το κράτος όμως οφείλει να διατηρεί τη δική του τεχνική επάρκεια ώστε να μπορεί να αξιολογεί, να ελέγχει και να λαμβάνει ανεξάρτητες αποφάσεις. Ο ιδιώτης μελετά. Ο ιδιώτης κατασκευάζει. Ο ιδιώτης συμβουλεύει. Το κράτος όμως ελέγχει, εγκρίνει, πιστοποιεί και τελικά αναλαμβάνει την ευθύνη απέναντι στην κοινωνία.
Γι’ αυτό και καμία προηγμένη χώρα δεν έχει εκχωρήσει πλήρως τις τεχνικές της αρμοδιότητες στην αγορά. Η ανάγκη αυτή γίνεται ακόμη πιο έντονη αν εξετάσουμε τις προκλήσεις που θα αντιμετωπίσει η Ελλάδα μέχρι το 2040.
- Η ενεργειακή μετάβαση.
- Η κλιματική προσαρμογή.
- Η διαχείριση υδάτινων πόρων.
- Η ανθεκτικότητα των υποδομών.
- Η αντισεισμική προστασία.
- Η ψηφιοποίηση των δικτύων.
- Η κυβερνοασφάλεια κρίσιμων υποδομών.
- Η τεχνητή νοημοσύνη στη λειτουργία των τεχνικών συστημάτων.
Καμία από αυτές τις προκλήσεις δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με τις δομές και τις ειδικότητες του παρελθόντος. Η χώρα χρειάζεται μια νέα γενιά δημόσιων μηχανικών. Οι τεχνικές υπηρεσίες του μέλλοντος δεν θα χρειάζονται μόνο Πολιτικούς Μηχανικούς, Αρχιτέκτονες, Τοπογράφους, Μηχανολόγους και Ηλεκτρολόγους Μηχανικούς.
Θα χρειάζονται επίσης:
- Μηχανικούς Περιβάλλοντος.
- Μηχανικούς Δεδομένων (Data Engineers – Μηχανικούς Δεδομένων).
- Μηχανικούς Κυβερνοασφάλειας (Cybersecurity Engineers – Μηχανικούς Κυβερνοασφάλειας).
- Μηχανικούς Τεχνητής Νοημοσύνης (Artificial Intelligence Engineers – Μηχανικούς Τεχνητής Νοημοσύνης).
- Ειδικούς Ψηφιακής Μοντελοποίησης Κατασκευών (Building Information Modelling Specialists – Ειδικούς Ψηφιακής Μοντελοποίησης Κατασκευών).
- Ειδικούς Γεωγραφικών Συστημάτων Πληροφοριών (Geographic Information Systems Specialists – Ειδικούς Γεωγραφικών Συστημάτων Πληροφοριών).
- Ειδικούς Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Υποδομών (Infrastructure Asset Management Specialists – Ειδικούς Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Υποδομών).
- Ειδικούς Διαχείρισης Κινδύνου και Κλιματικής Ανθεκτικότητας.
Η Ελλάδα του 2040 θα χρειαστεί ένα τελείως διαφορετικό τεχνικό κράτος από αυτό που γνώρισε τις προηγούμενες δεκαετίες.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι και η διατήρηση της τεχνικής μνήμης του κράτους. Οι δημόσιες υπηρεσίες δεν διαθέτουν μόνο αρχεία. Διαθέτουν συσσωρευμένη γνώση δεκαετιών. Γνώση για έργα, υποδομές, προβλήματα, αστοχίες, γεωλογικές συνθήκες, υδατικούς πόρους και τοπικές ιδιαιτερότητες.
Η γνώση αυτή βρίσκεται κυρίως στους ανθρώπους. Όταν έμπειροι μηχανικοί αποχωρούν χωρίς να αντικαθίστανται, το κράτος δεν χάνει μόνο προσωπικό. Χάνει θεσμική μνήμη. Χάνει εμπειρία. Χάνει ικανότητα λήψης αποφάσεων. Και αυτή η απώλεια είναι πολύ πιο δύσκολο να ανακτηθεί από οποιαδήποτε χρηματοδότηση. Το ζήτημα γίνεται ακόμη σοβαρότερο όταν εξετάζουμε τις κρίσιμες υποδομές.
Τα επόμενα χρόνια η χώρα θα χρειαστεί οργανωμένα προγράμματα επιθεώρησης και παρακολούθησης:
- γεφυρών,
- φραγμάτων,
- σηράγγων,
- λιμενικών εγκαταστάσεων,
- σχολείων,
- νοσοκομείων,
- δικτύων ύδρευσης,
- ενεργειακών δικτύων.
Οι υποδομές αυτές δεν μπορούν να παρακολουθούνται περιστασιακά ή αποσπασματικά. Απαιτούν μόνιμο μηχανισμό ελέγχου. Απαιτούν συνέχεια. Απαιτούν εξειδικευμένο προσωπικό. Απαιτούν δημόσιους μηχανικούς. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι τα πιο αποτελεσματικά κράτη δεν είναι εκείνα που διαθέτουν τους περισσότερους εξωτερικούς συμβούλους. Είναι εκείνα που διαθέτουν ισχυρό δημόσιο τεχνικό πυρήνα και ταυτόχρονα αξιοποιούν αποτελεσματικά τον ιδιωτικό τομέα.
Αυτό είναι το μοντέλο που ακολουθούν οι περισσότερες προηγμένες ευρωπαϊκές χώρες. Όχι ένα κράτος που υποκαθιστά την αγορά. Αλλά ούτε και ένα κράτος που αδυνατεί να ασκήσει ανεξάρτητη τεχνική κρίση. Η Ελλάδα του 2040 δεν θα κριθεί μόνο από τα έργα που θα κατασκευάσει.
Θα κριθεί από την ικανότητά της να τα διαχειρίζεται, να τα προστατεύει και να τα εξελίσσει. Θα κριθεί από το αν θα διαθέτει ένα κράτος με ισχυρή τεχνική επάρκεια και σύγχρονες δημόσιες τεχνικές υπηρεσίες. Θα κριθεί από το αν θα μπορεί να στηρίζεται στους δικούς της επιστήμονες για να σχεδιάζει το μέλλον της.
Γι’ αυτό η στελέχωση των δημοσίων υπηρεσιών με μηχανικούς όλων των σύγχρονων ειδικοτήτων δεν αποτελεί απλώς διοικητική επιλογή. Αποτελεί στρατηγική επένδυση στην ανάπτυξη, στην ανθεκτικότητα, στην ανταγωνιστικότητα και στην τεχνική κυριαρχία της χώρας.

Η επένδυση στους μηχανικούς του Δημοσίου δεν είναι σπατάλη – είναι αναπτυξιακή, οικονομική και εθνική αναγκαιότητα
Ένα από τα μεγαλύτερα λάθη που γίνονται στη δημόσια συζήτηση είναι ότι η ενίσχυση των Μηχανικών του Δημοσίου αντιμετωπίζεται ως δημοσιονομικό κόστος.
Η πραγματικότητα είναι ακριβώς αντίθετη. Η επένδυση σε ανθρώπινο δυναμικό υψηλής εξειδίκευσης αποτελεί μία από τις πιο αποδοτικές δημόσιες επενδύσεις. Ένας ικανός δημόσιος μηχανικός δεν παράγει μόνο διοικητικό έργο. Παράγει δημόσια αξία. Μειώνει κινδύνους. Προλαμβάνει αστοχίες. Προστατεύει επενδύσεις δισεκατομμυρίων ευρώ. Βελτιώνει την απορρόφηση ευρωπαϊκών πόρων. Μειώνει το κόστος λειτουργίας και συντήρησης των υποδομών. Κάθε σωστή τεχνική απόφαση μπορεί να εξοικονομήσει ποσά πολλαπλάσια του συνολικού μισθολογικού κόστους μιας ολόκληρης υπηρεσίας.
Οι προηγμένες χώρες έχουν κατανοήσει εδώ και χρόνια ότι η πραγματική αξία μιας υποδομής δεν βρίσκεται μόνο στην κατασκευή της αλλά στη διάρκεια ζωής της. Μια γέφυρα, ένα φράγμα ή ένα νοσοκομείο δεν παράγουν αξία για πέντε χρόνια. Παράγουν αξία για πενήντα ή εκατό χρόνια. Η διατήρηση αυτής της αξίας απαιτεί συνεχή τεχνική παρακολούθηση, επιθεώρηση και συντήρηση.
Και στο επίκεντρο αυτής της διαδικασίας βρίσκονται οι δημόσιοι μηχανικοί. Η ενίσχυση των δημόσιων μηχανικών συνδέεται επίσης άμεσα με την εθνική ασφάλεια. Στον 21ο αιώνα η ασφάλεια μιας χώρας δεν εξαρτάται μόνο από τις ένοπλες δυνάμεις. Εξαρτάται και από την ανθεκτικότητα των υποδομών της. Από την ασφάλεια των φραγμάτων. Από την αξιοπιστία των ενεργειακών δικτύων. Από τη λειτουργία των δικτύων ύδρευσης. Από την αντοχή των γεφυρών και των λιμενικών εγκαταστάσεων.
Σε όλα αυτά τα πεδία οι δημόσιοι μηχανικοί αποτελούν κρίσιμο παράγοντα εθνικής ανθεκτικότητας. Γι’ αυτό η ενίσχυση των δημόσιων τεχνικών υπηρεσιών δεν αποτελεί μισθολογική παραχώρηση. Αποτελεί επένδυση:
- στην ανάπτυξη,
- στην ανταγωνιστικότητα,
- στην απορρόφηση πόρων,
- στην ασφάλεια,
- στην ανθεκτικότητα,
- στην προστασία της δημόσιας περιουσίας,
- και τελικά στην ίδια τη θεσμική ισχύ της χώρας.

