Share
Στους λόγους για τους οποίους πρέπει να αναβαθμιστεί και να ενισχυθεί και θεσμικά η Μονάδα ΣΔΙΤ αναφέρθηκε πρόσφατα ο κ. Κωνσταντίνος Σπανουδάκης, καθηγητής και μέλος του Συμβουλίου Διοίκησης του Πανεπιστημίου Κρήτης, εκ των πρωτεργατών της υιοθέτησης της μεθόδου ΣΔΙΤ για την υλοποίηση αναγκαίων έργων στα Πανεπιστήμια.
Στο πλαίσιο προτάσεων που έκανε στο 6ο ΣΔΙΤ Forum για την επιτάχυνση και την επικαιροποίηση καθυστερημένων έργων και με βάση τη σχετική υπάρχουσα εμπειρία των πανεπιστημίων, τοποθετήθηκε υπέρ της θεσμικής ενίσχυσης, της βελτίωσης του προγραμματισμού και της μεγαλύτερης διασύνδεσης έργων και φορέων, καθώς επίσης και της αναβάθμισης της Μονάδας ΣΔΙΤ.
Υπέρ της αποδέσμευσης πόρων από έργα που λιμνάζουν
Επιπλέον, τάχθηκε, όπως και άλλοι συμμετέχοντες, υπέρ της δυνατότητας αποδέσμευσης πόρων από έργα που λιμνάζουν, προκειμένου να κατευθυνθούν σε έργα πιο ώριμα, με άμεση προοπτική υλοποίησης.
Ο θεσμός των Συμπράξεων Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ), όπως υπογράμμισε, θεμελιώθηκε με τον γνωστό νόμο του 2005 και αποτέλεσε πραγματική τομή στη χρηματοδότηση έργων δημοσίου συμφέροντος στη χώρα. Έχει διαδραματίσει καταλυτικό ρόλο στην υλοποίηση έργων που, χωρίς αυτόν, δεν θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν. Οι επισημάνσεις του, επομένως, όπως διευκρίνισε, δεν αμφισβητούν τον νόμο ή τη μέχρι σήμερα διαχείριση, αλλά κινούνται συμπληρωματικά προς το ισχύον πλαίσιο: στόχος είναι «ένας καλός νόμος και μία καλή διαχείριση να γίνουν ακόμα καλύτερα».
Η εμπειρία του Πανεπιστημίου Κρήτης
Στο πλαίσιο αυτό, ο κ. Σπανουδάκης αναφέρθηκε στο έργο φοιτητικών κατοικιών του Πανεπιστημίου Κρήτης, το οποίο είναι το μεγαλύτερο αντίστοιχο έργο στη χώρα, με το δεύτερο μεγαλύτερο να είναι μικρότερο από το μισό. Το έργο υπεγράφη τον περασμένο Μάρτιο και βρίσκεται σε ιδιαίτερα ώριμο στάδιο, κινούμενο, όπως είπε χαρακτηριστικά, «full speed προς την υλοποίησή του», παρά τις αναμενόμενες προκλήσεις.
Θεσμικό κενό στην υποστήριξη κατά την κατασκευή
Αντλώντας από την εμπειρία του, ο κ. Σπανουδάκης επεσήμανε ότι, όταν ο φορέας υλοποίησης ενός έργου είναι τεχνικά καταρτισμένος, όπως το Υπουργείο Υποδομών ή μια μεγάλη Περιφέρεια, δεν απαιτείται ιδιαίτερη υποστήριξη κατά την κατασκευή. Το ίδιο, όμως, δεν ισχύει για φορείς όπως τα πανεπιστήμια, τα ερευνητικά κέντρα ή άλλοι μη τεχνικοί οργανισμοί.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, υπάρχει σαφές θεσμικό κενό, καθώς δεν προβλέπεται επαρκής υποστήριξη. Όπως τόνισε, «δεν θα πρέπει να μιλάμε με όρους τυχαιότητας, αλλά με θεσμικούς όρους». Οι θεσμικές λύσεις είναι εκείνες που διασφαλίζουν το δημόσιο συμφέρον σε μόνιμη βάση.
Προτεραιοποίηση και προγραμματισμός έργων
Δεύτερο κρίσιμο ζήτημα που έθεσε ήταν η προτεραιοποίηση και ο προγραμματισμός των έργων ΣΔΙΤ. Αν και η τελική απόφαση είναι –και πρέπει να είναι– πολιτική, το ουσιαστικό ερώτημα αφορά τα κριτήρια βάσει των οποίων λαμβάνεται.
Εδώ εντόπισε την ανάγκη για ένα θεσμοθετημένο εισηγητικό όργανο, διαφορετικό από μια καθαρά διοικητική γραμματεία, το οποίο θα διαμορφώνει αντικειμενικά κριτήρια-οδηγούς για την εισήγηση, έγκριση και προγραμματισμό των έργων ΣΔΙΤ.
Διασύνδεση έργων και ανάγκη ευελιξίας
Το τρίτο σημείο αφορούσε τη διασύνδεση και την ευελιξία στην κάλυψη αναγκών. Όπως παρατήρησε, σήμερα διαφορετικοί φορείς υλοποιούν ομοειδή έργα, συχνά στην ίδια περιοχή, χωρίς ουσιαστικό συντονισμό. Μια ενιαία εποπτική ματιά θα μπορούσε να εξοικονομήσει σημαντικούς ανθρώπινους και οικονομικούς πόρους.
Συνεχίζοντας, ο κ. Σπανουδάκης έθεσε πολύ εύλογα ερωτήματα: Υπάρχει δυνατότητα επικαιροποίησης ενός έργου που εγκρίθηκε πριν από επτά χρόνια; Μπορεί να τροποποιηθεί ο προϋπολογισμός του, όταν το απαιτούν οι συνθήκες και το δημόσιο συμφέρον;
Κατά την άποψή του, «η ευελιξία και η προσαρμοστικότητα είναι έννοιες σύμφυτες με το δημόσιο συμφέρον». Ως θετικό παράδειγμα ανέφερε την πρωτοβουλία του Υπουργείου Παιδείας, σε συνεργασία με το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας και τους δήμους, για τη στέγαση αναπληρωτών εκπαιδευτικών, θέτοντας το ερώτημα αν τέτοιες λύσεις μπορούν να αποκτήσουν μόνιμο θεσμικό χαρακτήρα.
Αναβάθμιση του ρόλου της Μονάδας ΣΔΙΤ
Στο τέταρτο και τελευταίο θεσμικό ζήτημα, ο κ. Σπανουδάκης υποστήριξε την ανάγκη ουσιαστικής αναβάθμισης της Μονάδας ΣΔΙΤ. Παρότι τα έργα υλοποιούνται από τις αναθέτουσες αρχές, η εμπειρία δείχνει ότι συχνά επαναλαμβάνονται τα ίδια λάθη, ενώ οι αποφάσεις επηρεάζονται από πολιτικές, τοπικές ή προσωπικές σκοπιμότητες.
Αυτό που απαιτείται, όπως τόνισε, είναι σταθερότητα και αυτή μπορεί να την εγγυηθεί η Μονάδα ΣΔΙΤ. Ο ρόλος της θα πρέπει να ενισχυθεί θεσμικά, να είναι σαφές ότι υπέρκειται των αναθετουσών αρχών και να υπάρχει πρόβλεψη ώστε έργα που λιμνάζουν επί χρόνια να αποδεσμεύουν δημόσιους πόρους υπέρ πιο ώριμων παρεμβάσεων.
Παράδειγμα από το Ρέθυμνο: Ένα καινοτόμο εκπαιδευτικό εγχείρημα
Κλείνοντας, ο καθηγητής αναφέρθηκε σε ένα έργο στην ιδιαίτερη πατρίδα του, το Ρέθυμνο: την κατασκευή ειδικών και πειραματικών σχολείων όλων των βαθμίδων εντός της έκτασης του Πανεπιστημίου Κρήτης. Χωρίς να τοποθετηθεί τεχνικά ή πολιτικά, ανέδειξε τη μοναδική εκπαιδευτική και ακαδημαϊκή διάσταση του εγχειρήματος, καθώς πρόκειται για ένα πρωτόγνωρο πείραμα άμεσης διασύνδεσης σχολικών δομών με πανεπιστημιακές σχολές και τμήματα.
Παράλληλα, σημείωσε τα πρόσθετα οφέλη, όπως είναι η αντικατάσταση υπαρχουσών ανεπαρκών υποδομών και η θετική επίδραση στο κυκλοφοριακό, που αποτελεί ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα της πόλης. Η πρόσφατη έγκριση του κτιριολογικού προγράμματος εκλήφθηκε από τον ίδιο ως «θετικό σημάδι» για την τελική ένταξη του έργου.
Αναγνωρίζοντας ότι δεν υπάρχει ομοφωνία ως προς την ταχύτητα υλοποίησης τέτοιων έργων στη χώρα, ο κ. Σπανουδάκης κατέληξε ότι όσοι εμπλέκονται οφείλουν να αναζητήσουν τρόπους επιτάχυνσης των διαδικασιών, «πάντοτε προστατεύοντας το δημόσιο συμφέρον, που είναι και το συμφέρον του καθενός και της καθεμιάς από εμάς».
